Στις 10 Μαρτίου 2011 κλείνουν δεκαεννιά χρόνια από τη μέρα που ο Γιώργος Ζαμπέτας άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο. Αποκλειστικά για την Αμαρυσία, έψαξα στο αρχείο μου και βρήκα μια παλιά συνέντευξη, (που ο Θεός να την κάνει συνέντευξη) που μου είχε δώσει το μακρινό 1982 και είχε τότε δημοσιευθεί στο περιοδικό «Μουσική» (τεύχος αρ. 54, Μάης ’82).
Για την συνέντευξη είχε μεσολαβήσει ο ζωγράφος Δημήτρης Γέρος, φίλος τού τότε διευθυντή του περιοδικού Γιώργου Κυριαζίδη και επιστήθιος φίλος τού γιού του Ζαμπέτα, Μιχάλη. (10 Μαρτίου έφυγε κι αυτός…).
Εγώ με επιμέλεια ετοίμασα ένα χαρτάκι με τα προς συζήτηση θέματα, όχι ερωτήσεις, αλλά αυτό που έλεγα «ραχοκοκκαλιά» της συνέντευξης.
Ήταν ένα βροχερό απόγευμα, αρχές άνοιξης του ’82. Θυμάμαι περιπλανήθηκα, χάθηκα στους δρόμους του Σίτι μέχρι να βρω το σπίτι. Άνοιξε η κυρά του, ένα απλό σπίτι, λαϊκό, τα παιδιά λείπανε.
Ήταν εγκάρδιος, ευδιάθετος και χαμογελαστός. Όπως ήταν εκείνοι οι άνθρωποι. Φορούσε μια καφετιά ρομπ ντε σαμπρ και παντόφλες. Μου ’δειξε και κάτσαμε στο τραπέζι κι είπαμε αυτά που λέγονται σε τέτοιες περιπτώσεις.
– Ρούλα, φτιάξε δυο καφεδάκια, είπε.
Κι όταν η Ρούλα έφερε τα καφεδάκια, έδειξε το κασσετοφωνάκι και ρώτησε: «Γράφει;»
«Γράφει» είπα κι ετοιμάστηκα να κάνω την πρώτη ερώτηση.
Κι άνοιξε μια βρύση κι έβγαλε νερό ασταμάτητο. Ποταμός ο λόγος του, χειμαρρώδης. Πήγαν στον αέρα προετοιμασίες, χαρτάκια και ραχοκοκκαλιές. Και τα ’πε όλα -με τον τρόπο του- με αρχή, μέση και τέλος.
Γιατί έτσι ήταν ο Ζαμπέτας. Δεν μπορούσες να τον πας εσύ.
Σε πήγαινε αυτός.
• • •
Η ιστορία γενικά της μουσικής στην Ελλάδα είναι μία ιστορία η οποία, αν κάτσει κανένας να τήνε γράψει, έχει πάρα πολλούς δρόμους, τελείως αντίθετους ο ένας από τον άλλον.
Λοιπόν αυτοί οι δρόμοι ξεκινάνε από πολύ παληά, παληά όταν λέμε από Τουρκοκρατία και αυτά βέβαια εμάς μας τα διηγηθήκανε οι γεροντότεροι. Από Τουρκοκρατίας ξεκινήσανε και φτάσανε σε κάποια χρόνια, που εμείς είμαστε πιτσιρικάδες και μας τα λέγανε οι άλλοι.
Ήτοι να πούμε εγώ γεννήθηκα το εικοσιπέντε, στο Μεταξουργείο, στον Άη Γιώργη, Δημοσθένους 27 για να λέμε το σωστό το δρομολόγιο, εκεί υπήρχαν οι γεροντότεροι, εκεί γνώρισα σα πιτσιρίκος το γραμμόφωνο τότε, το 1932, και εντεύθεν τον κινηματογράφο και μετά κατά την εποχή την οποία ο Μεταξάς έκανε τη δικτατορία, την 4η Αυγούστου το 1936, τα πράμματα γυρίσανε κάπως και ήρθανε αλλιώτικα.
Τώρα γυρίζω ξανά πίσω. Στην Τουρκοκρατία ήταν οι αρματωλοί και κλέφτες και παίζανε κίτελες, σα μπουζούκια είναι, κίτελες τις λέγανε. Υπάρχουνε γκραβούρες τέτοιες που τις έχουν ωρισμένοι, από αυτουνούς τους ανθρώπους της τότε εποχής. Λέγαν αυτοί τους πόνους τους, τους νταλκάδες τους, αλλά με βάση τον αγώνα που κάνανε εναντίον των Τούρκων. Μετά τα πράμματα αλλάξανε, γυρίσανε, η Ελλάδα απελευθερώθηκε από τους Τούρκους, βέβαια περιθώρια δεν υπήρχαν ούτε οικονομικά, ούτε πολιτικά, ούτε πολιτιστικά για να μπορέσει να βάλει μέσα στην Ελλάδα αυτό το οποίο κυκλοφορούσε ήδη σε Γερμανίες, σε Γαλλίες, σε Αμερικές, κι έτσι να πούμε ξεκίναγε από στόμα σε στόμα, από αυλή σε αυλή, από γειτονιά σε γειτονιά, συγκεκριμένα εκείνα τα χρόνια, πριν από το 1940.
Βαδίζοντας αυτά τα αρχαιότερα χρόνια, ήρθανε με τις πολιτικές μεταβολές κι οι πρόσφυγες εδώ στην πατρίδα. Αυτοί εδώ τι θα κοιτάγανε, να βολέψουνε τον κόσμο κάπου ή να του δώσουνε μουσική και τέτοια πράγματα; Και τότε παρουσιάζεται και το γραμμόφωνο με τους μεγάλους δίσκους των εβδομηνταοκτώ στροφών πούταν γραμμένοι άλλοι Αμερική, άλλοι Αγγλία, άλλοι Γαλλία και τα ρέστα.
Ο πιο κονομημένος έπαιρνε ένα γραμμόφωνο για το σπίτι. Και τότε άρχισε κάποια ελαφρά μουσική. Ταυτόχρονα όμως από την άλλη όχθη ήτανε τα δημοτικά. Τα οποία και αυτά είχανε τις ρίζες τους από τα μέρη τα διάφορα. Ταυτόχρονα όμως είναι και τα λαϊκά τα οποία είχανε τις γειτονιές, τις αυλές. Κέντρα δεν είχανε. Σπαστά και πού υπήρχε κανά κέντρο το οποίο έβαζε καμμιά κορνέττα, κανά πνευστό, κανά τέτοιο.
Μετά όμως τι γίνεται; Το μπουζούκι αρχινάει και κερδίζει έδαφος και αναπτύσσεται σε κατάσταση όμως ζούλα. Όταν λέμε ζούλα, σε κατάσταση διωγμού. Το κυνηγάγανε και όταν σε βλέπανε με μπουζούκι έπρεπε να περπατήσεις εκατό, διακόσια, τριακόσια μέτρα και στα δεύτερα εκατό μέτρα έπρεπε να σε πιάσουν να σε πάνε για εξακρίβωση. Πού το κρατάς, πού το πας, από πού τόφερες, τι δουλειά έχεις εσύ μ’ αυτό το όργανο, διότι τότε το όργανο ήτανε συνδεδεμένο με τον υπόκοσμο, ήτοι δηλαδή, τους χασικλήδες, τους χασισοπότες, τους ναρκομανείς, τους κλέφτες, τους σωματέμπορους, τους εγκληματίες και τέτοιους και ήτανε της φυλακής.





































































































