Αλλά υπήρχε και μια άλλη τάξις ανθρώπων, της αυλής, που σε μια αυλή μένανε πέντ’ έξι οικογένειες. Δεν είχανε τότε πολυκατοικίες, είχανε την αυλή. Στη μια έμενε ο μπάρμπα Κώστας, στην άλλη έμενε η κυρά Ξανθίππη, στην αυλή ήτανε, να πούμε, ο μπάρμπα Μενέλαος και τα παιδιά του και συνδιασκεδάζανε με τον τρόπο αυτόνε του μπουζουκιού, αλλά τον άλλονε, ο οποίος έδινε πιο ελαφρά το τραγούδι με μπουζούκια, απ’ ότι το δίνανε οι άλλοι, οι οποίοι το δίνανε με τη βαρειά μορφή των ναρκωτικών, των εγκλημάτων και τέτοιας ιστορίας.
Περνώντας στο διάβα τα χρόνια, φτάνει η εποχή του Μεταξά. Τα πράμματα αλλάξανε και το λαϊκό τραγούδι παίρνει μια θέση στην κοινωνία, όχι ευυπόληπτη, θέση του κυνηγητού, αλλά με λιγότερο κυνηγητό σαν μπουζούκι και με λογοκρισία στο, ό,τι τραγούδια βγάλετε θα τα λογοκρίνουμε κι άμα σας αρέσει, έχει καλώς, δεν μας αρέσει, δε περνάνε. Κι αρχινάνε τότε και βγαίνουνε τα ερωτοτράγουδα με μπουζούκια τα οποία λέγανε ερωτικούς καημούς, κοινωνικά προβλήματα του κόσμου και μουσική λαϊκή από τις αυλές, η οποία επήγαινε από τη μια αυλή στην άλλη, σε άλλη, σε άλλη και έφτανε τελικά στον προορισμό της και γινότανε δίσκος. Στα χρόνια αυτά βγήκανε πάρα πολλά τραγούδια μέχρι το 1940. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί, από κει και πέρα πλάκωσε η ασυδοσία πάλι και δε γραμμοφωνάγανε οι εταιρίες, ο κόσμος ασχολιότανε με την πείνα του, που πεθαίνανε κάθε μέρα από την πείνα, όλοι αυτοί που κυνηγάγανε ένα κομμάτι ψωμί, ένα κομμάτι χαρουπόψωμο, πού μπομπότα, αυτή ήταν είδος πολυτελείας.
Εν πάση περιπτώσει, τέλειωσε η κατοχή και πέφτουμε σε μια κατάσταση διαφορετικής φύσεως, οπότε έρχεται πάλι μια ηρεμία στην Ελλάδα, αλλά μια Ελλάδα ανοργάνωτη και ξαναμπαίνουνε πάλι ασύδοτα τα τραγούδια που εκθειάζανε τα χασίσια, τους ναργκλέδες και τα τσιμπούκια, όπως παραδείγματος χάρη, μάγκας βγήκε για σεριάνι για να βρει κανά τεκέ, μπουκάραν μάγκες στο τεκέ, το άλλο, όταν καπνίζει ο λουλάς, αλλά με ωραίες μελωδίες, πολύ ωραίες και πολύ γλυκές.
Ο κόσμος τα τραγούδησε πάρα πολύ την εποχή εκείνη, όχι γιατί λέγανε γι’ αυτά, αλλά γιατί ήτανε ωραίες μελωδίες και τραγουδιόντουσαν έτσι, πρίμο σεγόντο και γίνανε και δίσκοι. Και μετά, από κει και πέρα, ξαναπέφτει η λογοκρισία, σταματάνε αυτά και αρχίζουνε πάλι και παίρνουνε το δρόμο τους τα άλλα, τα κανονικά τα ερωτικά τραγούδια γύρω από το λαϊκό, το γνήσιο λαϊκό τραγούδι.
Το λαϊκό τραγούδι είναι αυτό: λαϊκό τραγούδι λέγεται, τώρα άλλοι το λένε ρεμπέτικο, άλλοι το λένε δε ξέρω πώς, τούχουνε δώσει πολλές μορφές αλλά αυτές οι μορφές, που τούχουνε δώσει δεν είναι τίποτα παραπάνω από το τραγούδι που βγαίνει από μέσα από το λαό. Ο οποίος λαός έχει το μπουζούκι μέσα στην ψυχή του. Αυτοί που παίζουνε το μπουζούκι το δίνουνε στο λαό πάλι, γίνεται μια ανταπόκριση μεταξύ της ψυχής του παίχτη και του συνθέτη μέσα στον κόσμο, με την προϋπόθεση ότι αυτοί που φτιάχνουνε τα τραγούδια και τους στίχους δεν είναι άνθρωποι των γραμμάτων και της τέχνης, δεν έχουνε σπουδάσει, δεν ξέρουνε νότες και παίρνουνε οι άνθρωποι μουσική από την ψυχή τους, μέσα από την καρδιά τους, από την αυλή. Αυτή είναι η λαϊκή μουσική η οποία ξεκίνησε κι έχουμε φτάσει σήμερα, 1982, μ’ ένα κάποιο πολιτικό τραγούδι το οποίον σήμερα οργιάζει. Δεν ξέρω, σ’ ορισμένους μπορεί να τους καλοφαίνεται και σ’ άλλους να τους κακοφαίνεται, ούτε μ’ ενδιαφέρει καθόλου. Αλλά το τραγούδι είναι τραγούδι και η πολιτική, πολιτική. Το τραγούδι έχει θρησκεία του τη μουσική και η πολιτική έχει θρησκεία της στη κάθε μια παράταξη με τον κάθε ηγέτη που πιστεύει. Αλλά δεν έχει σημασία αυτό.
Τώρα εγώ πώς ξεκίνησα την δουλειά. Τη δουλειά τη ξεκίνησα πιτσιρίκος, έπαιζα λίγο φυσαρμόνικα που μ’ άρεσε, μετά τσίμπησα την κιθαρίτσα, έμαθα στην κιθαρίτσα πούναι το ντο, το ρε, το φα, το μι, έκανα δικά μου σχέδια, δικές μου σκάλες, δικές μου αλλαγές, όπου τ’ αυτί μου έκλινε ό,τι είναι όμορφες, τις ακολουθούσα και τις έκανα και σ’ άλλους τόνους.
Ο πατέρας μου ήτανε μπαρμπέρης στην οδό Λένορμαν. Έπαιζε μπουζουκάκι. Τόχε κρεμασμένο και ’γω σαν πιτσιρίκος πήγαινα και ξεσκόναγα, μου δίνανε κανά φραγκάκι, πενηνταράκι, τόβαζα στον κουμπαρά και όπως ήτανε κρεμασμένο το μπουζούκι δεν τό ’φτανα, έβαζα μια καρέκλα και πάταγα πάνω κι έπαιζα. Μια με τσιμπάει ο πατέρας μου, δυο με τσιμπάει, με πλάκωσε στις φάπες, δεν έχεις καμιά δουλειά εκεί πάνω εσύ, μου λέει, ρε! Εγώ που να μιλήσω, αλλά μ’ έβλεπε ότι το γουστάριζα, να πούμε, τρεις, πέντε, δέκα, εγώ το μπουζούκι άρχιζα και τό ’τρωγα. Έβλεπα το γέρο μου, έπαιζε, ήτανε τότε εκείνα τα χρόνια ο Μανέτας ένας, ο Σκούρτης δύο, αυτοί ήτανε τα μπουζούκια της αυλής, της αλληνής τάξεως και τους άκουγα που παίζανε, και αυτά που παίζανε τα τσίμπαγα ’γω, το μπουζούκι τάκατάκατάκα και τάκανα χτήμα μου αμέσως, αλλά δε μ’ είχανε πάρει χαμπάρι, κρυβόμουνα, άλλοι πιτσιρικάδες παίζανε μπάλλα, άλλοι πηγαίνανε στην πάλη (τότε είχε πολύ κόσμο η πάλη) βλέπανε το Τζιμ Λόντο και άλλους παλαιστές, άλλοι τρέχανε στο στίβο, εγώ σα πιτσιρίκος την έβγαζα στο δωμάτιο κλεφτά, γιατί λείπανε ο γέρος μου και τα παιδιά, τσίμπαγα το μπουζούκι γιατί ήθελα να το μάθω οπωσδήποτε. Τέλειωσα το δημοτικό, πήγα στο γυμνάσιο, έβγαλα κανά δυο τρεις τάξεις, ήρθαν οι Γερμανοί και καθαρίσαμε από κει. Μετά το ’40 ήρθαμ’ εδώ στο Αιγάλεω κι’ από τότε δεν ξαναπήγα στην Αθήνα. Ερχόμενος εγώ εδώ, το μπουζουκάκι κι η κιθαρίτσα, βρήκα κι’ άλλους φιλαράκους από δω, άλλος έπαιζε ακορντεόν, κάναμε τη σχετική μας ορχήστρα, άλλος τραγούδαγε, με τραγουδάκια βέβαια όχι βαριά.
Το ’45 δούλεψα σ’ ένα εργοστάσιο. Η λίρα η χρυσή τότε ήτανε κάτι, κυκλοφορούσε πολύ ελεύθερα και σε πολύ χαμηλά οικονομικά. Πήγα στον μπάρμπα Γιάννη, ο οποίος ήταν εκεί, στα ουρητήρια του Καραμάνου, στην οδό Αθηνάς, σε κάτι στενάκια προς το τέλος προτού φτάσουμε στο Μοναστηράκι, που είχε παληά μπουζούκια και καινούργια. Βρήκα ένα μπουζούκι.
Πήγαινα πρώτα εκεί κι’ έπαιρνα χορδές και μ’ ήξερε, έπαιζα τα μπουζούκια, ήταν κι’ ένα που μ’ άρεσε πολύ, τό ’πιασα στα χέρια μου κι’ έπαιξα. Ο μπάρμπα Γιάννης μ’ έβλεπε, ωραία παίζεις μού ’λεγε, ωραία παίζεις, αυτός τότε ήτανε μεγάλος, βδομηντάρης. Του λέω, αυτό το μπουζούκι μ’ αρέσει, πόσο κάνει. Μου λέει για σένα πέντε λίρες θα στο δώσω, εντάξει, του λέω κράτα το, έχω το λόγο σου, μου λέει: ναι. Ήταν απόγεμα. Εγώ τώρα δε μπορούσα να κοιμηθώ το βράδυ από το μπουζούκι… βλήμα. Κι ήθελα ν’ ακουστεί ένας τέτοιος τύπος να μιλάει γι’ αυτό. Μερικά απ’ όσα λέει είναι αστεία, το λιγότερο, έτσι σκέφτεται ότι είναι, αλλά δεν είναι καθόλου. Κανείς δεν ξέρει αν πρέπει να τον πάρει στα σοβαρά ή όχι. Και το καταλαβαίνεις με τον τελευταίο στίχο «Έχασα την περηφάνεια μου – κοιμάμαι στον πάτο της μπουκάλας». Το τι θα καταλάβεις, εξαρτάται από το τι γνώμη έχεις για την περηφάνεια. Υπάρχουν άνθρωποι που ούτε ξέρουν τι είν’ αυτό. Και δεν μπορεί να τους λείπει.





































































































