Την άλλη μέρα το πρωί πάω στο εργοστάσιο, λέω του λογιστή δάνεισέ μου πέντε λίρες. Μα! Δώσε μου πέντε λίρες, έτσι κι έτσι υπάρχει λόγος σοβαρός, ασθένεια, πεθαίνω, εντάξει πάρτες, πάρε κι άδεια και τις πέντε λίρες αλλά μη τυχόν και δεν έρθεις αύριο. Εντάξει του λέω. Πάω βρίσκω το μπάρμπα Γιάννη, τσάκω του λέω τις λίρες, φέρε το μπουζούκι. Το παίρνω το μπουζούκι, καμπάνα, ένα ωραίο μπουζούκι, αλλά μόλις τόφερα στο σπίτι, ο γέρος μου τσαντίστηκε. Θιός σχωρέστονε, αφού είχα μπουζούκι, τι τόθελες το άλλο, εν πάση περιπτώσει τόπιασε στα χέρια του και γλυκάθηκε, βέβαια.
Μετά το ’45 ξεκίνησα μ’ αυτό το μπουζούκι, που είχε έναν ήχο πολύ διαφορετικό, ο οποίος εμένανε, με βάση τ’ άλλα μπουζούκια πούχα παίξει μέχρι τότε, μούδινε μιαν άλλη ευχέρεια στα χέρια κι έτσι μ’ αυτό το μπουζούκι πήγα φαντάρος στα 1946.
Από το εργοστάσιο, φαντάρος. Απολυθήκαμε όλοι το ’50. Όσοι είχανε ντυθεί όλες τις χρονολογίες: ’46, ’47, ’48, ’49, απολυθήκανε το ’50 γιατί ήταν ο συμμοριτοπόλεμος και τα ρέστα να πούμε… Υπηρέτησα στην αεροπορία. Τόχα μαζί μου πάντα και πέρασα φίνα. Όταν απολύθηκα πήγα στο εργοστάσιο κανά δυό μέρες, τρεις, πέντε, δέκα, ταυτόχρονα όμως βγήκα στο πάλκο, ξεκίνησα από του Σκαραμαγκά, δούλεψα μια βδομάδα, είδα πώς με το μπουζούκι πήγαιναν τα πράμματα και το πρωί στη δουλειά. Μετά με πήρανε στο Φαληρικό στις Τζιτζιφιές. Ήτανε τότε εκεί ο Μπίνης, ο Τάκης, ο Τσαουσάκης, ο Μπέμπης, ο Φώτης με την κιθάρα, ο Μιχαλόπουλος, ο Γρηγόρης ο Μερτίκας πιάνο, ούτε μικρόφωνα, ούτε μεγάφωνα, τίποτα. Όποιος γκάριζε περισσότερο. Πολύς κόσμος μέσα, πολύς κι έξω. Ευλάβεια, ευλάβεια, ακούγανε, χορεύανε.
Από ’κει είχα φτιάσει κάτι τραγουδάκια τελειώνοντας τη σεζόν η οποία να πούμε ήτανε μέσα στο ’50, σταματήσαμε και μου λέει ο μεγάλος ο αδερφός ο Μαργωμένος: όταν θα σε χρειαστώ θάρθω να σε βρω. Του λέω, ό,τι γουστάρεις.
Ήτανε τότε ένα δωματιάκι τέσσερα επί τρία, στενόμακρο στην οδό Ζαλοκώστα 3. Ήτανε ο ραδιοφωνικός σταθμός Ενόπλων Δυνάμεων. Εκεί με πήρε ο Γιάννης ο Παπαδόπουλος. Αυτός είχε κάτι τραγουδάκια, τραγούδαγε με την κιθάρα και πήγαινα και ’γω και τούπαιζα μπουζούκι μαζί μ’ άλλα παιδιά. Κάναμε κάτι ωραίες εκπομπές. Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά ο μόνος σταθμός πούβαζε κανά μπουζούκι. Το άλλο, το Εθνικό, ήτανε πιο μεγάλο. Ήτανε δέκα επί οχτώ. Βαδίζουμε στα πενηνταένα, παίζαμε και τσικιτζίκι, τα ονόματα ακουγόντουσαν πάρα πολύ ωραία και ήξερε ο κόσμος ποιοι είναι αυτοί που παίζουνε, γιατί η μετάδοση γινότανε από το ράδιο. Ξεχάσαμε να πούμε στα πριν, ότι ράδια τότε δεν υπήρχανε, κάθε γειτονιά είχε ένα. Ήτανε τότε μεγάλα σα ψυγεία, κολοσσοί μέχρι ’κει πάνω.
Τότε ήρθε και μ’ έπιασε ένας αξιωματικός μου. Μου λέει, έλα πάνω σε θέλω για δουλειά δικιά σου και μου δίνει μια εκπομπή κάθε δεκαπέντε μέρες. Έκανα ένα συγκρότημα δικό μου έφτιασα και κάτι τραγουδάκια μαζί με τον Στράτο τον Παγιουμτζή. Παίζαμε τραγουδάκια ωραία, όμορφα, γλυκά, τραγούδια ερωτικά έτσι αλλέγρα, όχι βαριά, δεν τα θέλανε, απαγορευόντουσαν. Έκανα μερικές εκπομπές και μετά το ’52 ερχόμαστε στην εποχή του Παπάγου και εκεί μέσα είχε αρρωστήσει ο Παπάγος και τα κόβουνε τα τραγούδια. Και πήγαμε πολλοί, ο Μανώλης ο Χιώτης, εγώ, πήγαμε κι άλλοι απάνω, στο αυτό, πώς το λένε, στη Βουλή και τους είπαμε, ρε παιδιά γιατί μας κόψατε, τι έγινε; Λέει, περιμένουμε…, εντάξει αλλά γιατί; έ, απαγορευτήκαν λέει. Είχαμε μάχη και από κει.
Η άλλη όχθη των ελαφριών μάς κυνήγαγε. Μας είχε βάλει κι εκεί φλούδα αλλά την οποία περάσαμε. Ξαναρχίσαν τα μπουζούκια. Μετά μπήκαν όλοι. Μπήκε ο Τσιτσάνης, μπήκε ο Τσαουσάκης, μπήκε ο Τατασόπουλος με το Ζουανάκο, μπήκανε πολλά συγκροτήματα κι έτσι γινότανε η δουλειά τότε.
Το 1952, χειμώνα, ήταν ο Παπαϊωάννου στην Κωνσταντινούπολη και συζήταγε με τον Μαργωμένο πούχε το Φαληρικό, να κάνουμε μαζί δουλειά. Να πάρουμε λέει και τον Ζαμπέτα. Έρχεται ο Παπαϊωάννου, δουλεύουμε μαζί το καλοκαίρι, μετά φεύγει μαζί με τη Ρένα Ντάλλια για την Αμερική. Μένουμε να συνεχίσουμε εμείς στου Μαργωμένου αλλά ο χειμώνας κακός και βαρύς, η δουλειά πάρα πολύ πεσμένη, οπότε σε κάποιες ημερομηνίες του Νοέμβρη, αναγκαζόμαστε τα μαζεύουμε και φεύγουμε. Εγώ ταλαιπωρία, στη Γωνία της Αθήνας με τον Μητσάκη και τη Χρυσάφη και τον Χρηστάκη, μετά με τον Τσιτσάνη και οι πολλές αλλαγές με είχανε πειράξει, γιατί ήταν η δουλειά μια κουταλιά μέλι σαράντα κουταλιές αέρα, μια κουταλιά μέλι ογδόντα κουταλιές αέρα, για να μη στο πω με τον τρόπο τον κακό, μια κουταλιά μέλι, δέκα κιλά σκατά!
Με είχε πειράξει το νευρικό σύστημα πολύ, οπότε τσακώνω ένα βράδυ το μπουζούκι, λέω δε ξαναπάω πουθενά, μανάβης θα γίνω, αλλά απ’ αυτή τη στιγμή θα βγω καπετάνιος και θα φτιάξω δικό μου καπετανάτο.





































































































