Εμένα εν τω μεταξύ στο Αιγάλεω με ξέρανε σα κάλπικια δεκάρα και από φιλικό και από τις αυλές και από το ραδιόφωνο και βέβαια ήτανε τιμητικό και για μένα και για τον κόσμο που είχανε έναν άνθρωπο, ας πούμε έναν αγωνιστή, τον εκτιμούσανε σαν αγωνιστή. Όχι Ζαμπέτας και φίρμες και μπουζούκια και κολοκύθια. Σαν αγωνιστή τον εκτιμούσανε. Ήτανε και φίλοι ταυτόχρονα.
Τότε με βρίσκει ο Μπάμπης ο Αλλάχ και πάω στο κήπο του Αλλάχ, συγκρότημα Ζαμπέτα και κάνω έναρξη στις 21 Νοεμβρίου. Φουλ. Πάμε μερικό καιρό μέχρι που φτάνουμε προπαραμονάδες Χριστουγέννων. Μου λέει ο Αλλάχ, ξέρεις τι γίνεται, να πούμε, ν’ αλλάξω, εντάξει του λέω, άντε γειά σου, γειά σου, κάναμε ένα μήνα, δουλέψαμε τριάντα μέρες, θάχαμε πάρει δέκα μεροκάματα, το μεροκάματο το οποίο ήτανε πενήντα το μαλλί. Κονομάγαμε καμιά χαρτούρα και τη βγάζαμε.
Όπου, όπως γύρισα σπίτι απελπισμένος, πάλι φουρτούνα πλάκωσε, πάλι τα κύματα μάς σκεπάσανε, δε μπορούσα από μέσα μου ψυχικά να τονωθώ. Λέω, τι φταίει ρε παιδί μου, κάτι φταίει γιατί, λέω, έκανα γύρα, έκανα βόλτα, έβλεπα τους άλλους, εγώ είχα ρίξει όλη μου τη ζωή στο μπουζούκι απάνω, κι έβλεπα κάτι ατάλαντους, κάτι άχρηστους στ’ άλλα μαγαζιά, αλλά ήτανε γλυφτάδες κι είχανε κολλήσει δίπλα από κάποιον Παπαϊωάννου, Τσιτσάνη ή Χιώτη και βγάζανε μεροκάματο καθημερινά και ’γω δεν μπορούσα να κάνω μεροκάματα. Κι έλεγα, όχι ρε, θα βγάλω μεροκάματα εγώ θα βγάλω γιατί το πιστεύω.
Δε περνάνε να πούμε ώρες, κι έρχεται ο Βλάχος, Θιος σχωρέσ’ την ψυχούλα του, ο αρχηγός των αρχηγών ήτανε αυτός, να το πάρεις χαμπάρι τι σου λέω. Ο Αντώνης ο Βλάχος είναι που ανέβασε τα μπουζούκια και τάκανε παλκοσένικο. Στο Δάσος, που είναι στα Σίδερα, στου Μαυρομάτη, είναι πέντ’ έξι δρόμοι εκεί που συναντιούνται στα Σίδερα. Εκεί δεξιά τώρα, είναι συνεργείο αυτοκινήτων. Ο Βλάχος πρωτάνοιξε το 1935.
Αυτός έκανε τα μπουζούκια επάγγελμα. Και δεν είχε αρχίσει με μπουζούκια. Είχε αρχίσει με τσίμπαλα και βιολιά κι έτσι, με δημοτικά και σμυρνέικα. Αλλά στο τέλος βρήκε… θα στο διηγηθώ όπως μου τόλεγε ο ίδιος ο Αντώνης:
«Εγώ είχα, μου λέει, τα όργανα της Μικρασίας – είχε καφενείο και λεγότανε «Μικρά Ασία». Όποιος ήθελε όργανα πήγαινε και τάπαιρνε από κει. Ήταν κι ο πρόεδρος των μουσικών εκεί. Τους πλήρωνα –μου λέει– χίλιες πεντακόσιες την ημέρα, κι έπιανα εξακόσιες, εφτακόσιες. Μια, δυο, τρεις, πέρασ’ ο καιρός. Μια φορά είχα μάθει για κάποιο Στράτο. Και πάω σ’ ένα καφενείο, του λέω εσύ είσαι ο Στράτος, μου λέει ναι, έλα του λέω από το μαγαζί, κι όπως πήγαινε ο Στράτος, λέω ρε παιδιά, δε βάζουμε αυτόν τον αλήτη να πει ένα τραγουδάκι, τον Καραγκιόζη. Να τον βάλουμε. Κι αρχινάει ο Στράτος και λέει δυο τραγούδια. Όλες τις μέρες έπιανα εξακόσια, ανέβηκε ο Στράτος –μου λέει – κι είπε δυο τραγούδια και ξανάπε κι άλλα δυο κι εκείνο το βράδυ έπιασα πέντε χιλιάδες. Την άλλη μέρα πήγα στο καφενείο που σύχναζε ο Στράτος, βρήκα το Μανώλη το Χιώτη. Του λέω έρχεσαι, έρχομαι μου λέει. Γιατί ενώ με πιάνανε και με βιάζανε να μη ξανανέβει αυτός ο αλήτης, εγώ δεν τόβλεπα σαν αλήτη, έβλεπα πως είχα πιάσει πέντε χιλιάδες κι είχε μπει κόσμος. Κι’ έρχεται ο Χιώτης, ο Στράτος και ένας κιθάρας, ανεβαίνουνε πάνω, δέκα χιλιάδες! Την άλλη μέρα άλλαξα το σύστημα όλο. Ταυτόχρονα, στο δρόμο, βγήκε και ο Μάρκος και κατέβαινε, να δεις τι κατέβαινε, λαός, ήρθανε όλοι. Κι ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως την εποχή εκείνη, ο τάδε αυλάρχης, ο τάδε έτσι και ξαφνικά μόλις τους είδανε παγώσανε όλοι κι αρχίσανε να παίζουνε άσχετα τραγούδια. Πήγε ο ίδιος μέσα και λέει, ποιος είναι τ’ αφεντικό, λέει εγώ. Λέει, σε παρακαλώ πάρα πολύ, τι είναι αυτά που παίζουνε, ήρθαμε ν’ ακούσουμε αυτά που ακούει ο κόσμος. Και τρέχει απάνω ο Βλάχος, λέει παιδιά βάντε χέρι στα δικά σας.
Από τότε –μου λέει– τι να σου πω, το τι γινότανε. Ουρά τ’ αυτοκίνητα, ουρά κι ο κόσμος κάθε μέρα».
Κι εγώ πιτσιρίκος τότε πέρναγα, πήγαινα στο γυμνάσιο και πήγαινα απ’ όξω γιατί είχε λουλούδια, κρυφά μπάνιζα, καμιά φορά μου κολλάγανε καμιά φάπα, γιατί απαγορευότανε και να μπανίζεις.





































































































