Έρχεται λοιπόν ο Βλάχος –μεγάλη παρένθεση κάναμε– και μου λέει, θα ’ρθεις στο μαγαζί. Του λέω, το μαγαζί σου είναι μεγάλο και δύσκολο και γω δε ξέρω αν θα τη βγάλω. Θα τη βγάλεις ρε, μου λέει, θα τη βγάλεις ρε, γιατί να μη τη βγάλεις ρε, εσύ είσαι ρε, εγώ είμαι δω, μη φοβάσαι κανένανε.
Μα, του λέω, κυρ’ Αντώνη… Πάψε ρε, μου λέει, τίποτα, ό,τι θέλεις εσύ, ό,τι γουστάρεις, του λέω εντάξει, θα πάρουμε αυτόν, αυτόν κι αυτόν, μου λέει ό,τι γουστάρεις. Τζαζ τότε δεν υπήρχε, δε βάζαμε στα μαγαζιά και πήραμε έναν πιανίστα, ο Στράτος ο Παγιουμτζής, ο Λάκης, ο Ματθαίου μπουζούκι και κιθάρα – πούτανε μετά με το τρίτο Μπελ Κάντο…
Ξεκινάμε λοιπόν παραμονή Χριστούγεννα. Αρχινάει το μαγαζί και πάει και πάει και πάει. Εγώ είχα και τις εκπομπές από τον ραδιοφωνικό σταθμό κι ήτανε διαφήμιση αυτό. Παίρναμε τα μεροκαματάκια εντάξει, όλοι ευχαριστημένοι, όλοι ευτυχισμένοι, πέρασ’ ο χειμώνας, μπήκαμε στο καλοκαίρι το συγκρότημα παθαίνει διαρροή, η γυναίκα που είχαμε μας φεύγει και το διαλύσαμε και μεις. Αλλά από κει και πέρα, καπετανάτο μέχρι πέρας.
Από καιρό έχουμε και το δίσκο, και αρχινάει και το δυνατό εμπόριο του δίσκου, και αρχινάμε κι εμείς και μπερδευμόμαστε μεσ’ το δίσκο το πενηντακάμποσο. Αυτές τις εποχές ήταν δυο εταιρίες. Ήταν η Κολούμπια – Μάστερ Βόις, στου Λαμπρόπουλου στην οδό Λυκούργου και η Οντεόν – Παρλοφόν επί της οδού Σταδίου. Αυτές είχανε κάνει κάποιο τραστ, ο ένας δεν έπρεπε να παίρνει καλλιτέχνες απ’ τον άλλονε, για να μην υπόκειται να πούμε σε συναγωνισμό. Εν τω μεταξύ, κάποια χρονιά, το 1958 νομίζω, εμφανίζεται μια άλλη εταιρία, η Φιντέλιτυ, και μου φαίνεται εκεί γραμμοφωνεί πρώτη η Βουγιουκλάκη, το Ρίκοκο-Ρίκοκο του Μανώλη του Χατζηδάκι και σπάει το φράγμα της δισκογραφίας που ήτανε περίπου εξήντα πέντε χιλιάδες δίσκοι –ήτανε το μάξιμο αυτό– με ένα τραγούδι στα προπολεμικά χρόνια που έλεγε για τον Αθανασόπουλο, που τον κόψανε γυναίκα και πεθερά και τον πετάξανε στο ρέμα. Καημένε Αθανασόπουλε… Αυτό το τραγούδι, όποτε πήγαινε κανένας στο διευθυντή της εταιρίας το Νίκανδρο το Μηλιόπουλο, τούλεγε, όσα τραγούδια κι αν κάνετε, τον Αθανασόπουλο δεν πρόκειται να φτάσετε. Ταυτόχρονα η Βουγιουκλάκη έχει ξεπεράσει τα πάντα και δημιουργούνται πέντ’ έξι εταιρίες.
Μια ήτανε στην Ομόνοια, εκεί που πουλάει τον καφέ ο Μπράβος, Μόντε Κάρλο λεγότανε και πήγα κι εγώ κι έκανα κάτι τραγουδάκια. Συζητάμε ’58-’59 και πριν είχα κάνει στην Κολούμπια και με τον Καζατζίδη, τον Τσαουσάκη, την Πόλυ Πάνου.
Μπαίνουμε στο ’60, με τον Μανώλη τον Χατζιδάκι είχαμε την ιστορία του έργου «Ποτέ την Κυριακή». Όλη αυτή η ιστορία, πήγαμε στις Κάννες, παίξαμε, κάναμε, δείξαμε, εφημερίδες και λοιπά, κι όλα αυτά πάντα με το μπουζούκι αγκαλιά.
Μετά γράφει και δεύτερο δίσκο ο Χατζιδάκις, Ελλάς η χώρα των ονείρων, και τραγουδάει η Μούσχουρη το οριτζινάλε που γράφτηκε εδώ το ’61. Σινεμά έχω κάνει πολύ. Είμαι δηλαδή μέσα σε πάρα πολλά κινηματογραφικά έργα. Το πρώτο ήτανε «Ο πύργος των Ιπποτών» το ’52, με τον Μητσάκη και με τη Χρυσάφη. Μετά είχα πολλά του Καραγιάννη – Καρατζόπουλου, του Φίνου, παίζονται ακόμα στην τηλεόραση. Σαν δικιά μου μουσική, σαν ξένη μουσική, σαν παίχτης, σαν τραγουδιστής, καμμιά φορά και μερικές κουβέντες κινηματογραφικές…
Είμαστε λοιπόν στο 1962, με τον Καζαντζίδη, τελειώνει ο Καζαντζίδης φεύγει πάει στην Αυστραλία. Εγώ έχω πάει στη «Γωνιά», τέρμα Πατησίων δεξιά. Το βαφτίζω «Ξημερώματα» κι έκανα έναρξη πάλι 21 Νοεμβρίου στο ίδιο μαγαζί, βγάζουμε εξηνταδύο, βγάζουμε εξηντατρία, ωραία δουλίτσα.
Το ’63 μου λέει πάλι ο Καζατζίδης, έλα μαζί μου, εντάξει του λέω, θαρθώ, αλλά λόγω οικονομικών δυσκολιών –εγώ είχα και παιδιά– κάτι φωνοληψίες υπήρχανε στις οποίες παίρναμε εκατοπενήντα το κομμάτι. Πηγαίνοντας εγώ στην Κολούμπια να κάνω τα τραγούδια πρόβα, ο Καζατζίδης δυσανασχέτισε: Μανίτσα, μου λέει, δεν είσαι εντάξει. Αμάν ρε Στέλιο, του λέω, να βγάλουμε και ψωμί, δε ξέρω πόσους μήνες θα κάνουμε πρόβα. Μανίτσα, μου λέει, εγώ δε τα σηκώνω. Αφού δε τα σηκώνεις ρε Στέλιο, του λέω, άσε με να κάνω μεροκάματο και καθαρίζω απ’ αυτή τη δουλειά.
Μου τηλεφωνάει τότε ο Χατζιδάκις και πάω κάτω, κι ήτανε και ο Θοδωράκης, ένα έργο, δυο παραστάσεις, μια παράσταση Θοδωράκης και μια παράσταση Χατζιδάκις. Ήτανε ο Μπιθικώτσης, ήμουνα ’γω, μια χορωδία και άλλοι. Αυτό το έργο λέγεται Μαγική Πόλη. Και στην περίπτωση του Χατζιδάκι παίζαμε τον Αητό χωρίς φτερά, το Τρέξτε, φτάστε την κυρά. Στη περίπτωση του Θοδωράκη το Πέντε πέντε δέκα, το Φεγγάρι κάνει βόλτα και κάτι άλλα. Στο Παρκ, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας το ’63.
Μετά έρχεται ο Χειλάς που είχε την Τριάνα και κλείνει εμένα και τον Μπιθικώτση. Κάναμε μια σαιζόν φουλάτη.





































































































