Τη Μοσχολιού εκείνη την εποχή, την είχαμε για τραγουδιστριούλα, πρωταρίτσα, όχι φίρμα. Έρχεται εκεί πέρα ο Ξαρχάκος και της δίνει ένα τραγούδι και εν συνεχεία, αφού μ’ έχει στείλει εμένανε ο Λαμπρόπουλος να περάσω κάτι τραγούδια με την Πόλυ Πάνου, αυτή πασχίζω να τη βρω, δεν είναι εδώ, πάει για μπάνιο, τώρα θα φύγει, τρενάρεται ο χρόνος, πιάνω τον Λαμπρόπουλο, του λέω, κύτταξε, μου λέει εντάξει, βάντα με μιαν άλλη τραγουδίστρια, θα πάρω τη Βίκυ, εντάξει. Και έτσι αρχινάω να κάνω τραγούδια με τη Βίκυ Μοσχολιού. Πάει, πάει και κάτι άλλα που γίναν μεγάλες επιτυχίες.
Το καλοκαίρι πάω στου Κουλουριώτη και μπαίνοντας χειμώνας ξανά στα «Ξημερώματα» με τον Τζανετή που ήτανε επιτυχώς γνωστός τραγουδιστής με πρώτο το Χάθηκες, δεν έχει δρόμο να διαβώ.
Μετά κάτι νούμερα μού κάνει ο Τζανετής, εγώ παίρνω τη Βίκη και ξεκινάω, ’64, ’65, ’66 και το Σεπτέμβριο του ’66 σ’ αυτό που λέγεται τώρα «Λα σιτέ». Εγώ το πρωτάνοιξα μπουζουκάδικο και είμαστε κάθε βράδυ μια αλάνα τεράστια γεμάτη από κόσμο. Το πρωτάνοιξα «Ξημερώματα» και το ’67 το πήρε άλλος και τόκανε «Δειλινά». Αυτός προχώρησε με τη Μοσχολιού, εγώ δεν ακολούθησα και από κει και πέρα η ιστορία είναι γνωστή, με τον Αράπη, με το Μαθητή, με το Ναυτάκι το Συριανό, με τον Αλήτη, με το Τι να φταίει και το Σταλιά-σταλιά πούλεγε η Μαρινέλλα, την Αγωνία, με τον Κόκκοτα Ρωμηός αγάπησε Ρωμιά, έρχομαι, έρχομαι, και κάτι άλλα. Και με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, Σήκω χόρεψε συρτάκι.
Με πιάνεις τώρα…. Τι σου λέω, μεγάλη διεθνής επιτυχία, και όλη την ταινία αυτή, η κόρη μου η σοσιαλίστρια.
Ο Σακελλάριος είναι στίχοι και τέτοια, εγώ κάνω τη μουσική η οποία δεν αξιοποιήθηκε όσο εγώ έλπιζα αλλά έφτασε πολύ ψηλά, κι έγινε απ’ τα πρώτα τραγούδια και στο διεθνή χώρο. Αν είδες και τη Γιουροβιζιόν κατ’ επανάληψη το παίζαν το Σήκω χόρεψε συρτάκι, αν το θυμάσαι καλά. Τα τρία πιο γνωστά τραγούδια, ο Ζορμπάς, το Ζαμαί λε Ντιμάνς και το Σήκω χόρεψε συρτάκι.
Μετά έκανα κάτι εμφανίσεις έξω, πότε για λόγους υγείας, πότε για λόγους έτσι ξεθολούρας, πότε στη Γερμανία, δεξιά, αριστερά, είμαι και πενηνταεφτά χρονών, αλλά και στην Αμερική και στον Καναδά και στην Αυστραλία… Στην Τεχεράνη, την εποχή του Σάχη είχανε κάνει μια βδομάδα πέντε υπουργεία του Πολιτισμού, του ΕΟΤ και τέτοια και είχανε γίνει πολλές μπίζνες, ανταλλάσσανε με το Ιράν, είχαμε τεράστια κολοσσιαία επιτυχία στηριγμένη πάνω σ’ ένα μπουζούκι.
Το μπουζούκι μέσα κι έξω απ’ την Ελλάδα, είναι σφραγίδα ελληνική, είτε το θέλουνε είτε δε το θέλουνε, τους αρέσει δε τους αρέσει. Η σφραγίδα που λέει Ελλάδα.
Μετά τώρα, έχουν έρθει κάτι άλλα μεταγλωττισμένα και πολύς λόγος για το τίποτα. Αυτό μας ενδιαφέρει γιατί πληγωνόμαστε από τα μεταγλωττισμένα και πολύ ξένο τραγούδι πέφτει μεσ’ το ραδιόφωνο, ώρες ολόκληρες, έχει πέσει μια κατάσταση που δεν είναι όπως έπρεπε να είναι. Τώρα είναι χαρμανιασμένη κι είναι δύσκολο να ξεχαρμανιάσει. Γιατί πολύ τραγούδι ξένο δίνεται από όλα τα μέσα ενημερώσεων και το ελληνικό τραγούδι έχει παραπέσει κάτω και το σκέτο λαϊκό και το δημοτικό και το άλλο, το ελαφρό. Δηλαδή πάρα πολύ λίγες μονάδες κυκλοφορούνε, είναι πεσμένο κάτω.
Και αυτό είναι δυστυχώς. Το δυστυχώς είναι το ό,τι τα τραγούδια αυτά που παίζονται και τα μεταγλωττισμένα είναι συνάλλαγμα, το δικό σου, το δικό μου και του κάθε Έλληνα που πάει και δίνεται σ’ αυτούς τους ξένους. Αλλά εμείς έχουμε και παραγωγή μουσικής, είμαστε παραγωγικοί, είμαστε οι πρώτοι στον κόσμο, δεν υπάρχει άλλος, δεν παραδέχομαι κανέναν. Όλοι από μας κλέβουνε. Εμείς δε κλέβουμε. Εμάς μας τα κατεβάζει το Αιγαίο, μας τα κατεβάζει στο κεφάλι και η Μεσόγειος. Ενώ αυτοί ζητάνε να βρούνε από μας λύσεις. Δεν είναι να πεις ένα αυτοκίνητο, δε βγάζει η Ελλάδα, το παίρνω απ’ έξω και πληρώνω τόσα. Εμείς είμαστε παραγωγοί μουσικής. Και πάνε τα λεφτά σε κάποιον Ιγγλέσιας. Ποιοι είναι οι μπακαλιαρόφωνοι; Εγώ τους λέω μπακαλιαρόφωνους. Ταξιτζήδες και ποδοσφαιριστές τούς κάναν τραγουδιστές και φεύγουν τα λεφτά και πάνε όξω, ενώ μπορούσαν να μένουν όλα εδώ.
Γύρω από τη μουσική είμαι πλεονέκτης. Η Ελλάδα βγάζει. Μη ξεχνάμε το Ντέμη το Ρούσο, τη Νάνα τη Μούσχουρη και πολλούς, πολλούς άλλους. Σηκώσαμε τα χέρια ψηλά και στέλνουμε τα λεφτά όξω, γιατί; Ποιος πρέπει να το προστατέψει αυτό;
Κώστας Ποντικόπουλος





































































































