Και αφ’ ης τά βαρέα πλοία κατεστράφησαν ηρξάμεθα τρομεράς εκατόμβης βυθίζοντες ανά δύο ομού τά μικρότερα, τά οποια επάλαιον εισέτι με την λύσσαν της εκδικήσεως.
Οι εχθροί εξηκολούθουν πυρπολούντες τά εκτός μάχης σκάφη των και ο κρότος των κανονιοβολισμών και των εκκρήξεων εξηκολούθησεν όλην σχεδόν τη νύκτα τρομερός.
Την πρωΐαν της 21ης Οκτωβρίου εκ του ισχυροτάτου εχθρικού στόλου εκ των 82 σκαφών του μόνον 27 υπελείποντο συσπειρωθέντα εις μίαν γωνίαν του κόλπου.
Η λύσσα μεθ’ ης επολέμησαν οι Τουρκο-αιγύπτιοι και η τρομερά ψυχραιμία, την οποίαν οι σύμμαχοι διετήρησαν καθ’ όλην την μάχην, συνετέλουν εις το να καταστήσουν την ναυμαχίαν ταύτην μίαν των φοβεροτέρων.
Εξασχίλιοι Τούρκοι και Αιγύπτιοι απωλέσθησαν κατά την μάχην, μεταξύ δε αυτών πάντες μέχρις ενός οι απόφοιτοι των στρατιωτικων Σχολων του Μεχμέτ-Αλη, οίτινες μετά μεγαλύτερας λύσσης επετίθεντο.
Εκ των συμμάχων 172 εφονεύθησαν και 470 εισήχθησαν εις τά Νοσοκομεια τραυματίαι.
Αι ζημίαι των σκαφών μας ησαν αρκετά σοβαραί, ιδίως δε των πλοίων της γραμμης, τά οποία απεφασίσθη ν’ αποπλεύσουν αμέσως διά την Γαλλίαν.
Έμεινον ουχ’ ήττον εις τά παράλια του Μωρέως τά μικρά σκάφη μέχρις ου νεώτεραι διαταγαί ληφθώσι παρά του Κυβερνήτου.
31/8/03
Την επομένην της απελευθερώσεως των Ελληνίδων το απόγευμα ευρισκόμεθα πάντες εν τη αιθούση του ναυάρχου μόλις επανελθόντες εκ συνδιασκέψεως μετά των συναρχηγών του.
Ο κόμης εις άκραν σοβαρός, προσπαθεί εις μάτην ν’ αποκρύψη βαθυτάτην χαράν επί τη παρεκτροπή του συμμάχου στόλου από τάς οδηγίας, τάς οποίας ειχε και επί τω ευτυχεί αποτελέσματά της μάχης.
– Από της στιγμης ταύτης, κύριοι, ειπεν, ιδού ημεις ένοχοι υπερβάσεως της εντολής, την οποίαν έδωσε προς ημας η Κυβέρνησις του Βασιλέως.
Σιγή βαθυτάτη διεδέχθη τους λόγους τούτους. Πάντες προσεβλέπομεν αλλήλους οιονεί κατηφείς εν μέσω δε ημών ο ύπαρχος της «Σειρηνος» με την κεφαλήν περιδεδεμένην υπό επιδέσμων έστρεψε το πρόσωπον προς το ναύαρχον ως να ήθελε να ερωτήση αυτόν.
– Εκπλήττεσθε, φίλε μου, ειπε προς αυτόν ο ντέ Ρενώ, διά τους λόγους μου; Εισαι στρατιώτης Αρχαίος, ειχες δε την ευτυχίαν μέχρι τουδε να μη γνωρίσης εκ του σύνεγγυς ζευγος διόπτρων και κεφαλήν φαλακράν και στόμα μειδιων υπ’ οφθαλμούς απειλούντας. Το περίεργον αυτό όν καλειται κύριος ντέ Βιλέλ. Θα ητο ίσως και αυτός ως ημεις αν η τύχη δεν έφερεν αυτόν εις το αξίωμα του Πρωθυπουργου της Γαλλίας.
– Και τι έχει ο κόμης ντέ Βιλλέλ να κάμη με την ναυμαχίαν του Ναυαρίνου;
Ο κ. ντέ Βιλλέλ, φίλε μου, αποτελεί και αυτός μέρος της παγκοσμίουδιπλωματίας. Και διά την πονηράν αυτήν γραίαν ο κρότος του τηλεβόλου αποτελει πάντοτε ενόχλησιν και περισσότερον καθ’ ήν στιγμήν έχει περισσοτέραν ανάγκην των στιβαρών επιχειρημάτων του.
—– . —–
Ο κόμης εξηκολούθησε διακόπτων αποτόμως την ευφυολογίαν:
Εν τούτοις, κύριοι, έχω υμάς μάρτυρας και έχετε εμέ τοιούτον, ότι πάντες επετελέσαμεν το καθήκον ημών ως στρατιώται και ως Γάλλοι.
Ειδον τον κ. Κόδριγκτων και συνομίλησα μετά του Κόμητος Εϋδεκ. Είναι αμφότεροι της γνώμης μου και με εβεβαίωσαν ότι εις ομοίαν περίστασιν θα επαναλάβουν πάντοτε το ίδιον. Ήδη έχω να σας αναγγείλω ότι αναχωρούμεν αύριον εις Τουλωνα. Η «Σειρήν» μας και τά λοιπά πλοια φέρουν πολλάς ενδόξους πληγάς, των οποίων επιβάλλεται άμεσος η νοσηλεία.
Την στιγμήν αυτήν εισήλθεν εις την αίθουσαν ο Φράντς. Επί τη θέα του ο ναύαρχος εμειδίασεν ως να ενεθυμήθη κάτι.
– Αλήθεια. Παρ’ ολίγον να λησμονήσω τάς ωραίας Ελληνίδας. Επέρασαν καλά την νύκτα, Φράντς;
– Αρκετά, εξοχώτατε.
– Συνήλθον από τον φόβον; Μήπως το ταξείδιον θα τάς βλάψη;
– Δεν υπάρχει φόβος εξοχώτατε.
– Αλλά δεν δυνάμεθα να παραλάβωμεν μεθ’ ημών εις την Τουλωνα, τάς νέας αυτάς. Έχουν ίσως συγγενεις, οικείους εις την χώραν αυτήν…
– «Όχι». Δεν έχουν κανένα, έσπευσα ν’ απαντήσω.
– Αλήθεια, κύριε ντέ Ραμών. Σεις γνωρίζετε καλλίτερον ημών.
Εδείξατε τόσον εδιαφέρον. Και αν δεν ηπατήθην, διήλθατε την νύκταολόκληρον ρεμβάζων αντικρύ των μαύρων οφθαλμων μιας εξ’ αυτων.
Σύμπτωμα επικίνδυνον, ιππότα, και απόφασις γενναία μετά τον κάματον μιας ναυμαχίας.
Ησθάνθη ότι ερυθρίων εις τους λόγους του ναυάρχου και προσεποιήθην κλίνων μετά σεβασμού την κεφαλήν.
Ο ναύαρχος όμως ειχεν την ευθυμίαν του νικητού και εξηκολούθησεν.
– Οπωσδήποτε όμως αι νεάνιδες αυταί δεν μπορουν να έλθουν εις την Τολών. Ωραίαν ιδέαν θα ελάμβανον από την Γαλλίαν μέσα εις έν συνεργείο του ναυστάθμου ή εν μέσω ναυτων. Φροντίσατε, ιππότα, να εκτελεσθώσιν αι διαταγαί μου, όταν ευρεθωμεν αντικρύ των ακτων της Γαλλίας ο Πλοίαρχος Παζώ, όστις διετήρησε το «Βέλος» του άθικτον, θα μεταφέρη τάς νεάνιδας εις Μασσαλίαν.
Ο Φράντς θ’ αναλάβη να χρησιμεύση ως ξεναγός.
Και στρεφόμενος προς τον Φράντς:
– Φράντς: ο ταμίας μου θα σου μετρήση εκατόν ναπολέοντα διά τά πρωτα έξοδα…
Δεν εκρατήθην και πάλιν.
– Εξοχώτατε.
– Μην ανησυχείτε κύριε ντέ Ραμών. Έχετε δικαίωμα αδείας μετά τους τόσους κόπους σας. Πέντε ημέραι αφού φθάσωμεν εις την Τουλών θα με συνοδεύσετε μεταβαίνοντα εις Παρισίους. Έν τω μεταξύ ελπίζω να μη στενοχωρηθήτε. Έχετε ήδη τον Φράντς, όστις σας αγαπά τόσον.
Ο ναύαρχος απήλθεν ευθύς κατόπιν εις τον θάλαμόν του διά να συντάξη την εκθεσίν του περί της ναυμαχίας.
Εγώ ηκολούθησα τον Φράντς όστις ήλθε να με ζητήση.






































































































