2/9/03
Μετέβην μετά του Φράντς εις την αίθουσαν του υπάρχου ήτις ειχε παραχωρηθή εις τάς ωραίας αιχμαλώτους. Εκάθηντο όλαι, η μία πλησίον της άλλης πέριξ της κόρης του Καπετάν-Μήτρου. Η ανάπαυσις της νυκτός ειχε δώσει εις την όψιν των τά ωραία χρώματα, τά οποια δυσκόλως και η βαθυτέρα λύπη δύναται να εξαλείψη από τά νεανικά πρόσωπα. Η μορφή των εν τούτοις διετήρει σκιάν αορίστου μελαγχολίας και τους οφθαλμούς των εσκίαζεν το πένθος της αιματηράς εικόνος, εν τη οποία ειδον σφαζομένην την μητέρα των, τους αδελφούς των και παν ότι ειχον προσφιλές μέσα εις τάς στερήσεις, εις τάς οποίας επταετής πόλεμος τάς ειχε καταδικάσει.
Η κυρά-Κατερίνα εφάνη αληθινή μήτηρ διά τάς δυστυχείς νέανιδας.
Κατώρθωσε με τις μπλούζες των ναυτών με το χονδρό ναυτικό πανί να ετοιμάση δι’ αυτάς εργασθείσα καθ’ όλην την νύκτα ενδύματα, με τά οποια εκάλυψαν την γυμνότητάν των.
Όταν εισήλθομεν όλαι συγχρόνως ηγέρθησαν και εστράφησαν προς εμέ εκφράζουσαι διά των ευγλώττων οφθαλμων των όλην την ευγνωμοσύνην, την οποίαν αι ευγενείς καρδίαι των ησθάνοντο.
Με τον Φράντς ως διερμηνέα ανήγγειλα προς αυτάς την απόφασιν του ναυάρχου ερωτών μήπως καμμία εξ’ αυτών θέλει να μείνη εις την πατρίδα της.
– Η κόρη του Καπετάν-Μήτρου απήντησε:
– Είμεθα ορφαναί πλέον. Γίνετε δι’ ημας αδελφοί. Εισθε τόσον καλοί, ώστε χωρίς δισταγμόν κανένα εμπιστευόμεθα εις σας την τύχην μας.
Έμεινα επί πολύ πλησίον της ωραίας Ελληνίδος ομιλών περισσότερον διά των οφθαλμών μετ’ αυτης ή διά του Φράντς, όστις έσπευδε να μεταφράζη όσα έλεγον εγώ και όσα μετά παρθενικής συστολης, ήτις εγοήτευεν, απήντα εκείνη.
Πέντε ημέρας βραδύτερον το «Βέλος» απεμακρύνετοτης λοιπής μοίρας διαυθυνόμενον προς την Μασσαλίαν, ενώ ημεις εξηκολουθουμεν τον πλουν εις Τουλωνα.
Κατά την τελευταίαν στιγμήν αποχωριζόμενος του Φράντς, όστις θα συνόδευεν ως ξεναγός εν Γαλλία τάς Ελλινίδας έδωσα προς αυτόν την εντολήν ευθύς ως μεταβη εις Παρισίους να συνοδεύση την κόρην του Καπετάν-Μήτρου εις την οικίαν της μητρός μου παρά τάς Βερσαλλίας, όπου θα εφιλοξενείτο.
Αι λοιπαί Ελληνίδες θα διέμενον εις οικοτροφειον, κατάλληλον όπου θα εφρόντιζε να τάς εγκαταστήση ο Φράντς.
—– . —–
Ευρισκόμεθα από οκτώ ήδη ημερών εις τη Τουλώνα και μετ’ αγωνίας ανέμενον την διαταγήν του ναυάρχου όπως ακολουθήσω αυτόν μεταβαίνοντα εις Παρισίους, όταν έλαβον επιστολήν πρά της μητρός μου:
Η καλή μου μήτηρ παραπονειτο διότι καθ’ όλον τον χρόνον της απουσίας μου δεν έγραψα προς αυτήν. Ανησυχεί επίσης παρ’ όλας τάς διαβεβαιώσεις του Φράντς περί της υγείας μου και εζήτει να της γράψω ταχέως.
Προσέθετε δε εν τέλει ότι η Ελένη ειχε καταλύσει εις την οικίαν μας και ενθουσιωδως εξεφράζετο διά την ευγένειαν και την αγαθότητα της κόρης.
– Ειμαι ευτυχής, προσέθετε, διότι δύναμαι να περιποιηθω ως κόρην μου μίαν από τάς δυστυχεις, των οποίων τά δεινοπαθήματα συγκινούν σήμερον ολόκληρον την Ευρώπην.
Αυθημερόν ήμην έτοιμος ν’ απαντήσω προς την μητέρα μου αισθανόμενος το μέγεθος της ανησυχίας της, όταν εις υπαξιωματικός ηλθε να με καλέση από μέρους του ναυάρχου.
– Αναχωρούμεν, απόψε, μου είπεν ο κόμης.
Και προσέθεσε βλέπων την χαράν ήτις εζωγραφίσθη εις το πρόσωπόν μου:
– Εστεναχωρήθης πολύ οκτω ημέρας τώρα. Δεν πταίω όμως εγώ. Έχεις εν τούτοις πάντοτε καιρόν να συναντήσης την ωραίαν σου.
Ανεχωρήσαμεν πράγματι την ιδίαν νύκτα μετά του ναυάρχου. Και ευθύς ως ευρέθημεν εις Παρισίους ο κόμης με απέλυσε.
– Πηγαίνετε, κύριε ντέ Ραμών. Έχετε ανάγκην ενός μηνός διά ν’ αναπαυθητε.
Έσφιξα μετ’ ευγνωμοσύνης την χείρα του κόμητος και ανεχώρησα αυτοστιγμεί διά Βερσαλλίας.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Η αναδημοσίευση συνεχίζεται στο επόμενο φύλλο της ΑΜΑΡΥΣΙΑΣ με τοπική ύλη για την Πεντέλη, που θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη Πέμπτη 29 Nοεμβρίου.
Έχουν διατηρηθεί αυτούσια η γραφή και η ορθογραφία του πρωτότυπου κειμένου.






































































































