«Αυτά τα μαύρα μάτια, που με κοιτάζουνε,
χαμήλωσε τα λίγο, γιατί με σφάζουνε.
Γλυκά είναι τα μάτια που με κοιτάζουνε,
κι όλο για μένα λένε πως κουβεντιάζουμε.
Αυτά τα μαύρα μάτια, που είναι σαν ελιές,
είναι σαν να με σφάζουν σαΐτες κοφτερές.
Ερωτικό τραγούδι προερχόμενο από την ευρύτερη περιοχή των Ιωαννίνων και γενικότερα της Ηπείρου. Πολλά τραγούδια έχουν γραφεί για τα μαύρα μάτια .Αυτά τα όμορφα μάτια που μοιάζουν σαν ελιές, συμβολίζουν γυναίκα που διακρίνεται για τη θηλυκότητα, τη φρονιμάδα και τα όμορφα χαρακτηριστικά της. Όταν κοιτάζουν, άλλοτε είναι γλυκά και σφάζουν με τη γλύκα τους, με τη θηλυκότητά τους, με την ομορφιά τους, και άλλοτε είναι σαν σαϊτες κοφτερές, που καρφώνουν τις καρδιές και τις λαβώνουν…»
Παλιότερα οι οικογένειες τραγουδούσαν μαζί, σήμερα συγκεντρώνονται στην τηλεόραση και λένε «σσσστ» ο ένας στον άλλον. Η αλήθεια είναι πως στη σύγχρονη εποχή οι διαφορετικές γενεές και να ήθελαν, δύσκολα θα συντονίζονταν στα μουσικά γούστα. Πάντως, όσοι δεν τραγουδούν όλο και κάτι χάνουν. Γιατί η μουσική προέκυψε μέσω της ανθρώπινης εξέλιξης. Με την μουσική και το τραγούδι συνάπτονται και καλλιεργούνται κοινωνικές σχέσεις, ξεδιπλώνεται ένα αίσθημα ευφορίας και ζεστασιάς, προκαλεί συνεργασία και συναδελφικά αισθήματα, αυξάνει την αντοχή στον πόνο και στο άγχος. Το συλλογικό τραγούδι, βελτιώνει τη διάθεση και «μαλακώνει» τις έγνοιες της καθημερινότητας.
Τα τραγούδια κωδικοποιούν το άφατο με οικονομία, όπως η ποίηση. Περιγράφουν έρωτες, καημούς, αποδίδουν εικόνες σε ήχους, αφυπνίζουν και αναψηλαφίζουν τα δύσκολα εντός μας, ανακαλύπτουν παλμούς και δυναμικές που συνεπαίρνουν, αγαλλιάζει την ανθρώπινη ψυχή…
Απέραντες πράσινες χιλιοτραγουδισμένες οροσειρές και φαράγγια, με μοναχικές πινελιές γαλάζιου από τον ουρανό και τα ποτάμια της Ηπείρου. Μικρά χωριά, που τα περισσότερα γλίτωσαν από τους πολέμους αλλά ερήμωσαν από τη μετανάστευση, σχολεία έκλεισαν, γειτονιές ολόκληρες σιώπησαν, φάρες σκόρπισαν στα πέρατα της γης. Έβραζαν τα σπλάχνα του Ηπειρώτικου λαού από πόνους, λύπες, θυμό, μίσος, συμφορές, αγωνίες και θρηνολογούσε τραγουδώντας. Έβλεπαν τα πολυστόλιστα βουνά του, τον ήλιο στον καταγάλανο ουρανό, το φεγγάρι, τα γάργαρα ποτάμια, τις βαθύσκιωτες πηγές, τα δέντρα και όλα τα στοιχειά της Φύσης, συνομιλούσαν μαζί τους και τραγουδούσαν. Τραγουδούσε ατομικά ή ομαδικά περιστατικά της ζωής και κατορθώματα των προγόνων του, για να παρηγοριέται και να παρηγορεί, για να χαίρεται και να χαροποιεί, για να ανακουφίζεται και να ανακουφίζει, απάλυνε τους πόνους ξεθύμαινε και χάιδευε τους καημούς του.
Τα τραγούδια αυτά είναι αργά και παραπονιάρικα και άλλα πιο γρήγορα και χαρούμενα, ευφραίνουν την καρδιά σου, ματώνουν τα σωθικά σου, σε κάνουν να πονάς και την ίδια ώρα να χαίρεσαι. Είναι τραγούδια σαν μοιρολόι, αργόσυρτο και σισυφικό . Είναι όλα βγαλμένα από τη ζωή, μιλούν για τη ζωή, βγαλμένα από τις αγωνίες και τις χαρές, μιλούν για τους πόθους και τους καημούς, για τους κλέφτες και τους αμαρτωλούς, για τα βουνά και τα χειμαδιά, τις στάνες και τις βρύσες, τους γάμους και αναστεναγμούς, τα μαράζια και καρδιοχτύπια, την ξενιτιά και την αγάπη, τον χωρισμό και τον αποχωρισμό.
Ο συγγραφέας άφησε τις θύμησες, τα ακούσματα, τα λόγια, τις μουσικές, τους καημούς, τους στοχασμούς των τραγουδιών αυτών να ξεχύνονται ελεύθερα και να πλημμυρίζουν το νου και την ψυχή και τότε η καρδιά και η ψυχή του άρχισαν να μιλούν για όλα αυτά, λίγα λόγια, μεστά, για κάθε τραγούδι . Διάλογος και συνομιλία με το κάθε τραγούδι, με όσα αυτό λέει στα φανερά και με όσα κρύβει και κρατάει σιωπηλά και απόκρυφα μυστικά. Στοχασμός για τα λόγια, για τη μελωδία, για την ίδια τη ζωή και τις αγωνίες που κρύβει.





































































































