Νεότεροι της λογοτεχνίας ισχυρίζονται πως ο Καβάφης μέσα στα ποιήματά του ντύνει το πάθος του με εκλέπτυνση. Το δικαιώνει με την ιστορία, το φορτώνει σε νωχελείς εφήβους της (δια)φθοράς. Έτσι ο εκ προθέσεως συνθέτης αισθησιακών ποιημάτων γίνεται συμπτωματικά στοχαστικός ποιητής γεμάτος από πικρή γεύση, που κατακάθισε στις μακρινές διασταυρώσεις της ιστορίας. Σ’ αυτές τις διασταυρώσεις ανακάλυψε χωρίς ίσως να το υποψιάζεται ή σκόπιμα υποψιάζεται αντιστοιχίες της ταραγμένης εποχής μας ή εποχών, που θα ακολουθήσουν. Έτσι αυτός ο εμμανής του παρελθόντος γίνεται ποιητής του μέλλοντος. Και σήμερα διαβάζεται παγκοσμίως εξαιτίας των σχετικών αντιστοιχιών. Είναι επίκαιρος. Αυτός ο ποιητής, ο διερμηνέας του εαυτού του, γίνεται ποιητής κάθε πάσχοντος ανθρώπου παντός καιρού και τόπου με παρόμοιες προδιαθέσεις. Αυτός ο επιρρεπής στις αδυναμίες γίνεται δάσκαλος ηθικού αμοραλισμού.
Ο Καβάφης περνάει μέσα από τα ερείπια της ατομικής του ψυχικής ύπαρξης για να υποδείξει την υπερήφανη στάση, τη γενναία εγκαρτέρηση, την ατομική ακεραιότητα, που σήμερα έγιναν διεθνή σλόγκαν και μετράνε στα αντίστοιχα σχετικά διεθνή κινήματα και forum. Έτσι νομίζει. Έτσι καθρεφτίζεται ο ίδιος, βαθμολογεί και ζυγίζει το θέμα του σύμφωνα με την επιρρέπεια στις αδυναμίες του. Και αυτό φτάνει στο σημείο να δείξει το αθεράπευτο ψυχικό του μαρτύριο. Μια οργανική του επιρρέπεια σ’ ένα πάθος ομοφυλοφυλικό που τον τυράννησε σ’ όλη του τη ζωή, από τα νιάτα του μέχρι τα γεράματά του. Προσπάθησε να σωθεί, λυτρώνοντας τον εαυτό του. Δεν τα κατάφερε. Διακατέχεται από μια αγωνία, από μία πάλη, έναν εσωτερικό πόλεμο αντίμαχο με τον εαυτό του, που καταλήγει σ’ ένα πεσιμισμό, δείχνοντας έντονη διάθεση προς τη θρηνητική ελεγεία.
Φανερώνεται στα ποιήματά του μία απόγνωση, μια απογοήτευση, με τα περασμένα μεγαλεία της οικογένειάς του, την πίκρα, τον ξεπεσμό. Ξεχύνεται φανερά μια ερμηνεία, που επεκτείνεται απροκάλυπτα στα ηδονιστικά – αισθησιακά του ποιήματα. Απογοητευμένος από τον ξεπεσμό του, παραληρών για την περασμένη δόξα του ελληνισμού της ελληνιστικής περιόδου, της ρωμαιοκρατίας και της βυζαντινοκρατίας, τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στα διάσημα ιστορικά πρόσωπα δράσης όπως πχ. στους: Άγη, Αιμιλιανό, Άννα Κομνηνή, Αντίοχο, Αντώνιο, Απολλώνιο, Ενδυμίωνα, Ηρώδη Αττικό, Καισαρίωνα, Νέρωνα, Σαρπηδόνα κλπ. Έτσι «ποιεί φυγήν» προς αυτούς με άριστες ποιητικές τεχνικές, που ταιριάζουν απόλυτα, γενόμενες αντικείμενα αξιοπρόσεκτης πρωτότυπης επιστημονικής μελέτης και σύγχρονης αξιοσπούδαστης ψυχολογικής εμβαθυντικής έρευνας. Η ποίησή του αχνογράφει ρεπορτάζ από τους αιώνες κατά τον Παλαμά με επίκεντρο πάντα τα προσωπικά του θέματα. Αυτό τον εξυπηρετεί. Η διασάλευση των ηθών της εποχής τον ενισχύει. Κινείται μέσα σ’ αυτήν.
Ο Καβάφης δεν είδε ή ίσως δε θέλησε να δει την επική ρώμη, το ολύμπιο ήθος, τον αγωνιστικό δρόμο, την εθνοσωτήρια προσφορά του Παλαμά και της ομάδας του. Ήταν ξένος προς αυτά. Υπήρξε ποιητής ιδιόμορφος και προσωπικός χωρίς προδρόμους και συνεχιστές. Είναι μεγάλος ιερέας της ψυχής και του βίου του κλονιζόμενου ανθρώπου με τις δικές του επιρρέπειες και πάθη. Ο Παλαμάς είναι μέγας ιερουργός του Έθνους και του λαού. Η Ελλάδα ευτύχησε να γεννήσει οκτώ μεγάλους παγκοσμίου βάρους και κύρους άνδρες στην ελληνική λογοτεχνία. Το Σολωμό, τον Παλαμά, το Σικελιανό, τον Καζαντζάκη, το Ρίτσο, το Σεφέρη, τον Ελύτη και φυσικά τον Καβάφη. Την ενάτη θέση στο εδώλιο των μεγάλων ποιητών του καιρού μας ποιος θα λάβει πραγματικά, όμως αξιοκρατικά είναι άδηλο ακόμη.
Ωστόσο ο Καβάφης στην υδρόγειο σήμερα διαβάζεται και ερευνάται καθολοκληρίαν (=in totum). «Καλπάζει, συνοψίζοντας την παράδοση μες το μοντέρνο» κατά τον Μακεδόνα ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, γιατί «η ποίησή του δεν είναι μόνον ποίηση αλλά προπάντων ουσία και στάση ζωής».





































































































