Ένα άρθρο, που δημοσιεύθηκε στα Παναθήναια στις 30 Νοέμβρη του 1903 από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο περιγράφει την προσωπικότητα του αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη. «Είναι νέος αλλ’ όχι στην πρώτη νεότητα. Βαθειά μελαχροινός ως γηγενής της Αιγύπτου με μαύρο μουστακάκι με γυαλιά μύωπος με περιβολήν αλεξανδρινού κομψευόμενου αγγίζουσαν ελαφρότατα και με φυσιογνωμία συμπαθή, η οποία όμως εκ πρώτης όψεως δε λέγει και πολλά πράγματα. Υπό το εξωτερικόν εμπόρου γλωσσομαθούς κι ευγενεστάτου και κοσμικού κρύπτεται επιμελώς ο φιλόσοφος και ο ποιητής. Η ομιλία του η ζωηρά, η σχεδόν στομφώδης και υπερβολική και οι τρόποι του, οι πάρα πολύ αβροί κι όλες εκείνες οι ευγένειές του και οι τσιριμόνιες (=φιλοφρονήσεις) εκπλήττουν κάπως έναν Αθηναίο, συνηθισμένον με την σεμνήν απλότητα και την δειλήν αφέλειαν και την αγαθήν αδεξιότητα των λογίων μας.»
Γράφει ο Δημήτρης Μασούρης
Ο Καβάφης πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία μας με ποιήματα γραμμένα στην αρχαΐζουσα καθαρεύουσα, τυπικά ρομαντική, ρητορευμένη απαισιοδοξία κλπ. Αργότερα αποκήρυξε τα πρωτόλειά του. Την προσωπική του τεχνοτροπία διαμόρφωσε γύρω στα 1900 και δημοσίευσε τα ποίηματά του σε περιοδικά ή τα μοίραζε στους φίλους του σε μονόφυλλα (φέιγ βολάν). Όλα, όλα τα γνωστά του ποιήματα είναι λιγότερα από διακόσια.
Αυτά μπορούν να καταταχτούν σε τρεις κατηγορίες: 1ο σκέψης, 2ο ιστορικά και 3ο ηδονιστικά, που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τα ηδονιστικά του ποιήματα έγιναν από διάφορους μελετητές αντικείμενα μομφής για τον ωραιοπαθή αισθησιασμό τους. Άλλοι μελετητές ισχυρίζονται ότι τα ποιήματα του Καβάφη πρέπει να ταξινομούνται μόνο σε ιστορικά και αισθησιακά. Ο ίδιος ο Ξενόπουλος σημείωσε σε φιλολογικό μνημόσυνο του Καβάφη (1943) ότι το έργο του κατηγορήθηκε για το φτωχό λεξιλόγιο, τη στιχουργική αδυναμία και το ανακάτεμα της γλώσσας. Διακρίνεται δε για «το ανθρώπινο, το πολύ ανθρώπινο στοιχείο, που βρίσκεται στην ποίησή του, στην υποβολή, την υπενθύμιση, την αποκάλυψη των πιο μεγάλων δυστυχιών». Γραμμένα τα ποιήματά του σε ιαμβικά μέτρα έχουν μεγάλη τονική ελαστικότητα και κανένας στίχος δεν έχει τις ίδιες συλλαβές με τον άλλο. Εκτός από δυο εξαιρέσεις κανονικών δεκαπεντασύλλαβων, ο στίχος του είναι συλλαβικά ελεύθερος. Πρώτος βιβλιογραφία του Καβάφη εξέδωκε ο Μαικήνας των ελληνικών γραμμάτων, «Κολοσσός του Μαρουσιού» κατά τον Χένρι Μίλλερ, Γεώργιος Κατσίμπαλης.
Τα ποιήματα του Καβάφη έχουν συχνά ως βάση, σύμφωνα με τον Ξενόπουλο, την ιστορία και τη μυθολογία. Αλλά περιορίζονται πάντα στο γεγονός, στην εικόνα και κλείνουν μέσα σ’ αυτήν τον ίδιο, που θέλει να παρουσιάσει σε μια βάση ασφαλή και αιώνια. Έτσι δίνεται η ευκαιρία στον Ξενόπουλο να θίξει τους ποιητές του καιρού του, που φόρτωναν τα ποιήματά τους με πολλά ιστορικά ή μυθολογικά στοιχεία, που δεν πετύχαιναν τίποτε άλλο παρά μόνο να κάνουν επίδειξη, που προξενούσε ζάλη ο φόρτος και εκμηδένιση η αντοχή της ανάγνωσής τους και μόνο.
Και πού να διάβαζε σύγχρονά μας ποιήματα ο Ξενόπουλος, που πιάνουν πολλές σελίδες τυπογραφικές χωρίς νόημα, χωρίς μέτρο, χωρίς ιδέες, χωρίς όραμα, μια ποίηση φαινομενικής ανθοφορίας λέξεων αλλά πνευματικού λήθαργου!






































































































