Γράφει ο Δημήτριος Γ. Σουλιώτης
H κατοικία µου είναι στο Βύρωνα, σχετικά κοντά µε το πάρκο της Καισαριανής, στο οποίο κάνω συχνά την απογευµατινή µου βόλτα. Κάθε φορά που περνούσα µπροστά από τον τοίχο που εκτελέστηκαν οι διακόσιοι κοµµουνιστές από τους Γερµανούς την πρώτη Μαΐου του 44 µου έρχονταν στο µυαλό εικόνες δηµιουργηµένες στο πεδίο της φαντασίας µου από τα σχετικά διαβάσµατά µου για το ιστορικό γεγονός.
Τώρα όµως µε τις συγκλονιστικές φωτογραφίες που απεικονίζουν τις τελευταίες στιγµές εκείνων των πατριωτών οι φανταστικές εκείνες εικόνες απόκτησαν µορφή και πρόσωπο και το βλέµµα µου πλέον στον τοίχο της εκτέλεσης και τα συναισθήµατά µου είναι πιο βαθιά, πιο έντονα, πιο βασανιστικά… και είναι αυτά που µε οδηγούν σε αναζητήσεις για το βαθύτερο νόηµα εκείνου του τελευταίου βλέµµατος αυτών των ανθρώπων…
Οι πιο αποκαλυπτικές φωτογραφίες βγαίνουν όταν οι εικονιζόµενοι δεν ενδιαφέρονται πως θα βγουν, όταν η περίσταση είναι σπουδαιότερη από το άγχος και τη µαταιοδοξία του κλικ… Οι διακόσιοι κοµµουνιστές βαδίζουν προς το θάνατό τους ανάλαφροι, χωρίς φόβο, γιατί έχουν αποδεχθεί προ πολλού αυτό που πρόκειται να τους συµβεί, ως µέρος µιας αποστολής η οποία ολοκληρώνεται… Αυτός που δεν φοβάται το θάνατο και τον αποδέχεται ως κατάληξη µιας στάσης ζωής έχει κάτι αξιοθαύµαστο, ανεξαρτήτως του αντικειµένου της πίστης του… Και είναι αυτό ακριβώς το σηµείο στο οποίο ο κοµµουνιστής πατριώτης συναντάται µε τον χριστιανό άγιο… Υπάρχει όµως και µια ουσιώδης διαφορά: Οι µάρτυρες της χριστιανικής πίστης όδευαν προς τον θάνατο κραταιωµένοι από τη βεβαιότητά τους για τη δευτέρα παρουσία και τη µεταθανάτια απολαυή του παραδείσου. Η ιδεολογία των διακοσίων δεν προέβλεπε τέτοιου είδους Επέκεινα…».
Κατά τον Παντελή Μπουκάλα (Καθηµερινή, 22/02/2026) «δεν νιώσαµε όλοι περήφανοι για τη λεβεντιά των εκτελεσθέντων, δεν υποκλιθήκαµε όλοι στο θάρρος τους, έτσι όπως απαθανατίστηκε στο παράστηµά τους, στο καθαρό βλέµµα και στο υψωµένο χέρι τους. ∆εν µας τάραξε όλους -µέχρι τη ρίζα της ύπαρξής µας- η αυταπάρνησή τους, η τροµακτική αυθυπέρβαση που έχει λάµψει αρκετές φορές στην ιστορία µας». ∆ίπλα σε όσους συγκινήθηκαν από τις φωτογραφίες υπάρχουν και εκείνοι που έµειναν παγερά αδιάφοροι, ή έσπευσαν να απαξιώσουν τόσο τις φωτογραφίες, όσο και την ίδια την εκτέλεση… Υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, όπως ο Στάθης Καλύβας που γενίκευσαν πολύ το θέµα αναφέροντας «αµαρτήµατα» των Κοµµουνιστών στην Εθνική Αντίσταση και συµβολή σ’ αυτή και κάποιων της άλλης πλευράς… Ευτυχώς συγκρατήθηκε και δεν αναφέρθηκε στις θηριωδίες του Στάλιν… Ακόµη χειρότερα όµως υπάρχουν και εκείνοι που έτρεξαν µετά τη δηµοσίευση των φωτογραφιών στο σκοπευτήριο της Καισαριανής για να καταστρέψουν το µνηµείο…
Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες δεν αισθάνθηκα καµιά εσωτερική πίεση να κατατάξω τους διακόσιους της Καισαριανής σε κατηγορίες: πατριώτες, κοµµουνιστές, αντιστασιακοί, πολιτικοί κρατούµενοι, ήρωες, θύµατα των περιστάσεων… Εκείνο που µε συγκλόνισε ήταν αυτό το άφοβο βλέµµα µπροστά στο θάνατο και αυτή ακριβώς την υπέρβαση του φόβου θανάτου προσπάθησα να καταλάβω…
Σκέφθηκα ότι ίσως αυτοί οι άνθρωποι κατόρθωσαν να κοιτάξουν κατάµατα τον Χάρο χωρίς να φοβηθούν, χάρις στην αλληλεγγύη µεταξύ τους, στήριξαν ο ένας τον άλλον από τα βασανιστικά χρόνια της φυλακής µέχρι το τέλος τους. Και επιπλέον κατάφεραν να ξεπεράσουν τον φόβο θανάτου, επειδή τους στήριζε η κοινή πίστη τους σε κάτι πολύ µεγάλο που τους ξεπερνούσε, σ’ έναν καλύτερο κόσµο, σε µια πιο ανθρώπινη κοινωνία…
Αν ο θάνατος βρίσκεται στο κέντρο των αφηγήσεών µας, κοιτάζοντας τις φωτογραφίες, βρίσκεται ακριβώς λόγω της υπέρβασής του. Η ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη περιγράφει ακριβώς αυτό. Το πώς η απόφασή του να εκτελεστεί -ενώ µπορούσε να γλιτώσει- ώστε να µην πάρει κάποιος άλλος τη θέση του, δείχνει τον θρίαµβο των ιδανικών επί του θανάτου, το µέγεθος της πίστης στο δίκαιο, της πίστης σε έναν καλύτερο κόσµο. Το µέτρο της πράξης του είναι το µέτρο της αδερφοσύνης, εκεί που η αλληλεγγύη φθάνει µέχρι τον θάνατο ακριβώς για να τον ακυρώσει…
Κατά τον υπαρξιστή φιλόσοφο Σέρεν Κίρκεγκωρ η πίστη ως υπαρξιακό γεγονός υπερβαίνει τη λογική, διότι περιέχει το στοιχείο του πάθους, ένα πάθος, το «ύψιστο πάθος», που έχει να κάµει όχι µονάχα µε τη βούληση, αλλά και µε το συναίσθηµα και µε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια της ψυχής, πέραν της λογικής… Υπό αυτή την έννοια η πίστη περιλαµβάνει µια παραδοξότητα και είναι µέσω αυτής της παραδοξότητας που καθίσταται εφικτή η υπέρβαση του φόβου εαυτού. ∆ιότι µόνο µέσα από την πίστη µπορεί ο άνθρωπος να υπερβεί αυτόν τον φόβο, καθώς ο εαυτός του έρχεται αντιµέτωπος µε εκείνο που τον υπερβαίνει. Η ίδια η ηθική καθίσταται πλέον σχετική, καθώς ο άνθρωπος σχετίζεται µε το απόλυτο και µε το χρέος του προς αυτό… Πιο συγκεκριµένα, από το σηµείο αυτό και µετά δεν τίθεται πλέον ζήτηµα ηθικής, αλλά ζήτηµα ζωής και θανάτου.
Με άλλα λόγια το παράδοξο της πίστης έγκειται στο ότι το άτοµο υπερβαίνει το γενικό, µε την έννοια ότι το άτοµο καθορίζει τη σχέση µε το γενικό µε βάση τη σχέση του µε το απόλυτο και όχι αντίστροφα, τη σχέση του µε το απόλυτο µε βάση το γενικό. Στο πλαίσιο του παραδόξου της πίστης υπάρχει ένα χρέος απόλυτο προς κάτι που υπερβαίνει τον άνθρωπο, στο Θεό, στο ∆ίκαιο, στην Ισότητα, στη ∆ικαιοσύνη και εκπληρώνοντας το χρέος αυτό το άτοµο ως τέτοιο, σχετίζεται απόλυτα µε το απόλυτο… Οι συγκεκριµένες θέσεις του Κίρκεγκωρ κινούνται σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από τον ψυχρό ορθολογισµό του ατοµικού συµφέροντος…
Αυτές οι φωτογραφίες από το τραυµατικό παρελθόν της χώρας µας δεν είναι ένα ουδέτερο τεκµήριο, αλλά αποτελούν φορείς µνήµης, ευθύνης, αναστοχασµού, αυτογνωσίας. Κοιτάζοντας ξανά και ξανά τις φωτογραφίες αναρωτιέµαι ποια ψυχικά ριζώµατα οδήγησαν τους διακόσιους κοµµουνιστές, µέσω του παραδόξου της πίστης τους, να «πετάξουν» άφοβα στον ουρανό των ιδανικών τους. Και αντίθετα ποια ψυχικά ριζώµατα οδήγησαν κάποιους άλλους νεώτερους «συντρόφους» τους να βουλιάξουν στον βούρκο του αµοραλισµού και του βολέµατος στους θαλάµους της εξουσίας…





































































































