Τ’ Αυγούστου η δεκατέσσερις ήταν θλιµµένη µέρα
κι είχε µαυρίλα ο ουρανός και τ’ άστρο της καρδιάς µας
γιατί έφυγε ένας ήρωας απ’ τ’ άδικο το χέρι
του Τούρκου του δερβέναγα κι απ’ της Τουρκιάς το µίσος
που κάθε µέρα, κάθε αυγή τον ήλιο τον ντροπιάζει
και τα νερά και τα σπαρτά κι η φύση αποτροπιάζει
γιατί την Κύπρο κούρσεψαν, της εµµορφιάς το κάλλος
κι έγινε θρήνος κι οδυρµός, πολύ κακό, µεγάλο.
Στ’ Αυγούστου δεκατέσσερις ο Τάσος κηδευόταν
και τον ξεπροβοδούσανε στης δόξας τα ληµέρια
οι σύντροφοί του, οι αετοί στο πύρωµα του αγώνα
καθώς το πνεύµα του όρθωσε ενάντια στου Αττίλα
τη βάρβαρη την κατοχή, το µαύρο το σκοτάδι
και τη ζωή του αφαίρεσαν οι δολοφόνοι του ήλιου.
Στ’ Αυγούστου δεκατέσσερις, εκειά, την ίδια µέρα
ξάφνου τα σύννεφα έφυγαν και ξαναβγήκε ο ήλιος
ήλιος ενάντια στης σκλαβιάς το µατωµένο χέρι.
Ιάσων µονοσάνδαλος µε βάρκα την ψυχή του
στο φράγµα της ∆ερύνειας, µπρος στους δεσµώτες του ήλιου
ο Σολωµός του Σολωµού δεν ηµπορεί την ύβρη
της κατοχής το άδικο, του Τούρκου το µαχαίρι
και µε τον ήλιο στη µατιά, στο στόµα το τσιγάρο
τον ήλιο εσήκωσε ψηλά, ψηλά ως στην ψυχή του
στις γειτονιές της ξαστεριάς, στης λεβεντιάς τις ρούγες
εκεί που µόνο οι αετοί το φτέρωµα απλώνουν
κι οι πλάτανοι ανασαίνουνε ελεύθερο αθέρα.
Της µέρας το αέτωµα το κάρπισε ο αγέρας
του βλέµµατος του απέθαντου του Σολωµού ο ήλιος
καθώς ψηλά, πα στον ιστό, της τούρκικης σηµαίας
ανέβαζε τους πόθους µας, το στίγµα ν’ αφαιρέσει.
Ο αγέρας το εκάρπισε το φως να ξαναλάµψει
ο αγέρας ο περήφανος, αγέρας αντρειωµένος
του βλέµµατος του απέθαντου του Σολωµού ο ήλιος
που αγάντα µες στις φλέβες µας το γέλιο των µατιών του
µε δυόσµο η ανάσα του, µε οπτάκουστους τους φλοίσβους
της αρχοντιάς το αλάβαστρο, της αρετής διαµάντι.
Μα ο ήλιος δεν εκράτησε κι έγινε πάλι σκότος
κι ήρθε ξανά ο θάνατος κι έγινε µαύρο δάκρυ
σαν λάβωσαν τ’ αετόπουλο οι βάρβαροι, τα κτήνη`
δάκρυ καυτό και άσπιλο, δάκρυ πλεγµένο θρήνους
που όµως, τον σπόρο µέσα µας τον ρίζωσαν βαθιά µας
για το τρανό ξεπέταγµα στη στέγη τ’ ουρανού µας.
Ηλιαετέ µου, άρχοντα, πα στον ιστό τραγούδι,
των πεύκων και των πλάτανων την αντρειά αντρειεύεις,
ριγµένος σπόρος µέσα µας στα βάθια της ψυχής µας
αίµα αβρό που πότισε της λευτεριάς το αύριο,
είσαι βροντή και αστραπή του Προαιώνιου Νόµου
κι είσαι κι ελπίδας βούκινο, του ∆ίκιου και του Ήλιου
η τόλµη και η αρετή που ζουν στα όνειρά µας
που µας την εφανέρωσε το άλικό σου αίµα.
Κι εσήκωσές µας τον σταυρό που κουβαλούµε εντός µας
ανάσα του ιδρώτα µας που τ’ αύριο χαράζει
µες στ’ ασηµένια ελιόφυλλα που οι αιώνες τα βλογάνε,
µες στα χωράφια του ήλιου µας, στων αµπελιών τον κόρφο
Αυγούστους να στριφώνουµε να ζωντανεύει η ελπίδα.
Τη µέρα πριν της Παναγιάς κοιµήθηκες στον κάµπο
να σε γλυκοκοιµίσουνε οι αυριανές καµπάνες,
γίγαντα, αητέ µου, Σολωµέ, να ψάλουνε για σένα,
για σένα και τον ξάδερφο, τον Ισαάκ τον Τάσο
που δε νοιαστήκατε ζωή, παρά για την πατρίδα
για την τιµή, τη λευτεριά, της ζήσης τα πετράδια
µε φρόνηµα ελληνικό, µε πίστη στον αγώνα
µε τόλµη και µε αρετή π’ αστράφτουν και βροντάνε
για νά ’ρθει πάλι η λευτεριά στα µατωµένα αλώνια
στ’ αλώνια αυτά που κάποτε κι ο ∆ιγενής εχάθη.
Μ’ αφού τον χάρο πάλεψες, στα τιµηµένα αλώνια,
ας γίνει ο δρόµος που έδειξες δικό µας µονοπάτι
κι ας γίνει η πίστη µας χορός, στο δρόµο του Ζαλόγγου,
κι ας γίνουµε όλοι Σαµουήλ, κι οι γειτονιές µας Κούγκι,
ν’ αστράψει πάλι ο ηλιαετός στης µοίρας το γιοφύρι
για να διαβούνε οι αετοί στις γειτονιές του ήλιου
και να µερώσει το στοιχειό να µη στοιχειώσει τ’ άστρο,
ν’ αναθαρρήσουν τα βουνά, οι λεύκες να ισιώσουν
των πεύκων και των πλάτανων η αναπνοή ν’ αντρειέψει
κι οι µνήµες να αναστηθούν µες στις παλιές σελίδες
κι ανείδωτες µατιές φωτός ν’ αστράψουν στον αιώνα
που θα µας πάρει µακριά απ’ της Τουρκιάς τον ίσκιο
για ν’ ανασάνει η Ελευθεριά, στο µατωµένο χώµα!
Κι αν πάλεψες και έπεσες, στα τιµηµένα αλώνια
τον πόλεµο δεν έχασες, άνοιξες µέγα δρόµο
στο τέρµα πού ’ν’ η ελευθεριά, να στέψει τον αγώνα,
αετόπουλό µου, Σολωµέ, κι εσύ Ισαάκ µου, Τάσο!
Κι αφού τον χάρο αντάµωσες, στα τιµηµένα αλώνια,
και δεν εφάνηκες δειλός, µ’ αντρίκια και στα ίσα
τον κοίταξες κατάµατα, µε θάρρος στην ψυχή σου
το άστρο του ελληνισµού δεν πρόκειται να σβήσει
µα θ’ αψηλώνει πάντοτε, θα ζει και θα θεριεύει
για να µας πάρει µακριά απ’ της Τουρκιάς τον ίσκιο
και ν’ ανασάνει η Ελευθεριά, στο µατωµένο χώµα,
αετόπουλό µου, Σολωµέ, κι εσύ Ισαάκ µου, Τάσο,
γίγαντα αητέ µου Σολωµέ, γίγαντα, αητέ µου, Τάσο
Έλληνα, αητέ µου, Σολωµέ, Έλληνα, αητέ µου, Τάσο!!
Ιωάννης Παναγάκος
Β’ Βραβείο Ελληνοεµφορούµενης Ποίησης-
Σικελιανά-2020-2021.





































































































