Περασμένη Τετάρτη, πρωτομηνιά, ξεκίνησε η εφαρμογή του μέτρου για την απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους στη χώρα μας. Το πώς θα εφαρμοσθεί το μέτρο και ποια συνέπεια θα επιδείξουν οι αρμόδιοι για τον έλεγχο της τήρησής του είναι κάτι που μένει ν’ αποδειχθεί στην πράξη. Αν κρίνουμε, πάντως, από τις πρώτες μέρες, όπου ο κρατικός μηχανισμός έδειξε ανέτοιμος, εάν όχι απρόθυμος σε ορισμένες περιπτώσεις να φροντίσει για την κατά γράμμα εφαρμογή του νόμου, ίσως πρέπει να κρατήσουμε ορισμένες επιφυλάξεις για την επιτυχία του μέτρου.
Του Θάνου Σταθόπουλου
Για να μην αναφερθούμε στην περίπτωση των δήμων που θα κληθούν να συμβάλλουν κατά ένα μεγάλο μέρος στην εφαρμογή της νέας νομοθεσίας για το κάπνισμα. Εδώ, γελάμε! Τουλάχιστον όσοι εξ’ ημών τυγχάνει να επισκεπτόμαστε συχνά δημαρχεία ή να παρακολουθούμε συνεδριάσεις Δημοτικών Συμβουλίων. Ας πούμε, αδυνατώ να φανταστώ με ποια συνέπεια θα εφαρμόσει τον νέο νόμο δήμος των Βορείων Προαστίων, οι σύμβουλοι του οποίου -του δημάρχου προεξάρχοντος- μετατρέπουν την αίθουσα συνεδριάσεων σε… τεκέ.
Όπως, επίσης, αναρωτιέμαι πώς γίνεται να είσαι δημοτικός σύμβουλος, ταγμένος -υποτίθεται- να υπερασπίζεις τα δικαιώματά μου και ταυτόχρονα ν’ αδιαφορείς που αναγκάζομαι να εισπνέω τον καπνό του τσιγάρου σου ή που δεν μπορώ να φέρω το παιδί μου να παρακολουθήσει μια συνεδρίαση, γιατί απλούστατα θα του προκαλέσω την ίδια βλάβη με το να το πήγαινα σε οποιονδήποτε καφενέ της χώρας (για πρώτη και τελευταία φορά χαρίζομαι στον εν λόγω Δήμο και δεν αποκαλύπτω τ΄ όνομά του, περιμένοντας να διαπιστώσω διαφορετική εικόνα, μετά και την έναρξη εφαρμογής του νέου νόμου).
Δυστυχώς, το παιδί μου δεν θα μπορούσα να το πάω να παρακολουθήσει συνεδρίαση Δημοτικού Συμβουλίου και σε έτερο Δήμο των Βορείων Προαστίων, αλλά όχι λόγω καπνού (τουλάχιστον εκεί παρατηρείται το φαινόμενο των ανοικτών μπαλκονοπορτών, όπου οι καπνίζοντες σύμβουλοι βρίσκονται με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω, πάντα, βέβαια, με το τσιγάρο στο στόμα). Το πρόβλημα με τον εν λόγω Δήμο είναι ότι στο Συμβούλιό του έχουν παρεισφρύσει άνθρωποι -ψηφισμένοι, βεβαίως βεβαίως- οι οποίοι έχουν μπερδέψει την πολιτική με το «ξεκατίνιασμα» των διαφόρων τηλεπαραθύρων. Πρόσφατα, μάλιστα, συζήτηση για μείζον κοινωνικό θέμα εξελίχθηκε σε σειρά προσωπικών αντιπαραθέσεων, με χρησιμοποίηση λεξικού που θα ζήλευε κάθε… σωστός λιμενεργάτης της πόλης που γεννήθηκα.
Και σε αυτήν την περίπτωση θα χαρισθώ και -για πρώτη και τελευταία φορά- δεν θ’ αναφέρω το όνομα του Δήμου. Θα περιμένω, όμως, και σε αυτήν την περίπτωση να δω άμεσα μια διαφορετική εικόνα, που θα συνάδει περισσότερο με λειτουργία Δημοτικού Συμβουλίου και δεν θα παραπέμπει σε «μαλλιοτράβηγμα» γειτονισσών σε λαϊκή γειτονιά της δεκαετίας του ’50 ή του ’60.
Φαινομενικά, τα παραδείγματα των δύο προαναφερομένων Δημοτικών Συμβουλίων είναι ασύνδετα μεταξύ τους. Στη βάση τους, όμως, έχουν αρκετά σημεία ομοιότητας που θα πρέπει να προβληματίσουν όλους μας.
Και στις δύο περιπτώσεις ορισμένοι σύμβουλοι, που -υποτίθεται- έχουν επιλεγεί (μεταξύ των αρίστων;) για να προασπίζονται τα συμφέροντα της πόλης και των δημοτών της, αποδεικνύονται ανίκανοι να ελέγξουν τα πάθη και τις αδυναμίες τους. Οι μεν δεν μπορούν να σεβασθούν ότι στον χώρο ενός Δημοτικού Συμβουλίου δεν είναι δυνατόν να τοποθετούμαστε πολιτικά με το τσιγάρο στο στόμα -ή στην καλύτερη περίπτωση στο τασάκι- αγνοώντας ακόμη και τους στοιχειώδεις κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς. Οι δε αδυνατούν ν’ αντιληφθούν ότι δεν μπορούν ν’ απευθύνονται στους συναδέλφους τους δημοτικούς συμβούλους με εκφράσεις που δεν συνάδουν με τον ρόλο και το αξίωμα που κατέχουν, ούτε βέβαια να επιτρέπουν στον εαυτό τους να «βγαίνουν από τα ρούχα τους», τουλάχιστον εντός της αίθουσας συνεδριάσεων.
Το ότι οι παραπάνω δημοτικοί σύμβουλοι έχουν εκλεγεί από ένα τμήμα του εκλογικού σώματος των αντιστοίχων Δήμων, δε σημαίνει ότι έχουν αποκτήσει το δικαίωμα να γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους ηθικούς κανόνες και τις δεσμεύσεις που πρέπει να ακολουθεί κάθε υπεύθυνα σκεπτόμενος πολίτης, πολλώ μάλλον ένας αιρετός.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, τα παραπάνω παραδείγματα αποκαλύπτουν -ή σωστότερα υποκρύπτουν- κι έναν άλλου είδους εθισμό, που στην περίπτωση αυτή αφορά στον ίδιο τον πολίτη, δηλαδή σε όλους εμάς. Πρόκειται για τον εθισμό μας στις εύκολες κι ανώδυνες λύσεις, που μας επιτρέπουν να ασκούμε εντελώς τυπικά το εκάστοτε δικαίωμα-καθήκον μας και μετά να επιστρέφουμε στα του οίκου μας, συνήθως περιχαρακωμένοι σε αυτόν. Για παράδειγμα, ίσως οι προαναφερόμενοι δημοτικοί σύμβουλοι να μην είχαν τολμήσει να συμπεριφέρονται με τους τρόπους που περιγράφηκαν προηγουμένως, εάν είχαν επιλεγεί από το εκλογικό σώμα με αυστηρότερα κριτήρια κι αν στις συνεδριάσεις του εκάστοτε Σώματος βρίσκονταν αρκετοί ενεργοί πολίτες, οι οποίοι θα επανέφεραν άμεσα στην… τάξη τούς μη «αυτοελεγχόμενους» συμβούλους.
Αντ’ αυτού, οι περισσότεροι προτιμούμε να ψηφίζουμε ανθρώπους που ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε γι’ αυτούς -ή ακόμη χειρότερα, μας υποδεικνύονται από τα διάφορα κομματικά ή άλλα κέντρα- κι εν συνεχεία τους… ξεχνάμε στα επιμέρους Δημοτικά Συμβούλια κι άλλες θέσεις εξουσίας, ν’ αλωνίζουν ανενόχλητοι.
Το κακό, βέβαια, είναι ότι δεν μας ξεχνούν αυτοί. Αντιθέτως, θα μας θυμηθούν παραμονές των επόμενων εκλογών, όπου και πάλι θα βάλουν το καλό χαμόγελο, θα κρύψουν το πακέτο με τα τσιγάρα και θα διαγκωνίζονται για το ποιος διαθέτει το πλέον πολιτισμένο προεκλογικό πρόγραμμα.
Θα καταφέρουμε, άραγε, αυτή τη φορά ν’ αντισταθούμε στον πειρασμό-εθισμό μας και να μην… ανάψουμε τσιγάρο, λέγοντας στον εαυτό μας «ε, εντάξει μωρέ, όποιον και να ψηφίσω το ίδιο είναι;». Θα συνειδητοποιήσουμε άραγε ότι εκτός του καπνίσματος -που αποδεδειγμένα σκοτώνει τον οργανισμό μας- υπάρχουν κι άλλοι εθισμοί που βλάπτουν καθημερινά το μυαλό και τις ψυχικές αντιστάσεις μας, καθιστώντας μας ανίκανους για κάθε είδους αντίδραση στους διοικούντες;
Η υπόθεση δεν σηκώνει τσιγάρο, αλλά πολλή σκέψη…





































































































