Όπως είναι γνωστό στους ιστορικούς στο παρελθόν, κραταιές αυτοκρατορίες κατέρρευσαν και άλλοι λαοί αναδείχθηκαν από το μηδέν εξ αιτίας βαθιάς ατολμίας και διαφθοράς πολιτικών ηγετών.
Του Γιώργου Σταυράκη, κοινωνιολόγου – καθηγητή Αγγλικών
– Είναι τώρα πολλές δεκαετίες από τότε που η Ευρώπη και η ΗΠΑ έχουν να δουν πολιτικούς του διαμετρήματος ενός Τσόρτσιλ, ενός Αντενάουερ, ενός Ντε Γκολ, ενός Κένεντι. Πολιτικοί ηγέτες με όραμα, σθένος και τόλμη, άνοιξαν λεωφόρους, ο καθένας με το δικό του τρόπο, για την οικονομική και κοινωνική αναβάθμιση των λαών. Για τη δική μας περίπτωση με το 70% των πολιτών να μην εμπιστεύονται κανένα πολιτικό κόμμα, αν σήμερα ρωτηθούν 100 Έλληνες ποιος είναι ο καλύτερος πολιτικός, ας μην εκπλαγούμε αν μας πούνε πως ήταν ο Θανάσης Βέγγος(!). Το πρόβλημα του πολιτικού νανισμού, ωστόσο, δεν είναι μόνο δικό μας. Φοβάμαι πως ο «ιός» χαμηλού βεληνεκούς ηγετών χτύπησε και την Εσπερία δυτικά μεριά της Ελλάδας με τον Μπερλουσκόνι και τον Σαρκοζί και έναν δύο δικούς μας (ονόματα δεν χρειάζονται), οι οποίοι με τα γνωστά καμώματά τους καταφέρνουν να απογοητεύουν ολόκληρους λαούς. Τώρα έχουμε και την περιπέτεια Στρος Καν.
– Είναι απορίας άξιο πως είναι δυνατόν οι πολιτικοί, πρωτίστως οι δικοί μας, αλλά και ξένοι, να μην έχουν συνειδητοποιήσει την απέχθεια των πολιτών που αυξάνεται μήνα με το μήνα καθώς η κρίση δείχνει τα δόντια της. Αν οι πολιτικοί που έφτασαν την Ελλάδα εκεί που είναι σήμερα, εργάζονταν ως στελέχη σε ιδιωτική επιχείρηση, μέσα ή έξω από την Ελλάδα, θα είχαν απολυθεί πολλές φορές για ανεπάρκεια και η συστατική επιστολή που θα έπαιρναν δεν θα ήταν καθόλου κολακευτική. Ίσως το μόνο που αριστεύουν οι πολιτικοί είναι η τέχνη του εκλέγεσθαι. Το πρόβλημα είναι ότι είναι η μόνη τέχνη που ειδικεύονται. Οι εξαιρέσεις, που υπάρχουν και αυτές, δεν αρκούν για να πετύχει η συνταγή.
Ο Γάλλος πολιτικός φιλόσοφος Μοντεσκιέ δίνει την εξής ερμηνεία για το πως γίνονται οι πολιτικοί. Οι περισσότεροι ξεκινούν με καλές προθέσεις, αλλά στη διαδικασία της ανάδειξης είναι σαν να περνούν έναν υπόνομο κάτω από το Παρίσι και είναι τελείως αδύνατο να μη λερωθούν(!). Πρέπει να κάνουν πολλούς συμβιβασμούς με το σινάφι. Ύστερα έρχονται τα «κεκτημένα», ο πολιτικός γίνεται επαγγελματίας και το πρώτο που ενδιαφέρεται είναι τα προνόμια που ετοίμασαν οι προηγούμενοι για αυτόν. Τα βρίσκει σχεδόν όλα έτοιμα. Συχνά οι πολιτικοί και οι πάσης φύσεως επώνυμοι δεν είναι αυτοδημιούργητοι. Κατασκευάζονται. Η TV συμβάλλει σε αυτόν τον εκπεσμό. Στον αιώνα που αφήσαμε πίσω (20ος), η Ελλάδα ευτύχησε να αναδείξει διεθνούς εμβέλειας επιστήμονες, ανθρώπους του πνεύματος, καλλιτέχνες και επιχειρηματίες (2 Nobel prizes). Ατύχησε όμως να αναδείξει πολιτικούς με ηγετική στόφα, ίσως με μία, ή δυο εξαιρέσεις ηγετών οι οποίοι έζησαν και πέθαναν πικραμένοι. Απ’ ό,τι δείχνουν τα πράγματα με την απαξίωση των πολιτικών στη συνείδηση μεγάλης μερίδας των πολιτών μαζί χάνονται σε μεγάλο βαθμό οι δυνατότητες να ξαναδώσουν στους πολίτες του συνδετικό τους ιστό. Λίγους μήνες πριν από την επιβολή της δικτατορίας του 1967, ο νομπελίστας Γ. Σεφέρης είχε γράψει στο περιοδικό «Εποχές»: «Η αποστροφή που αισθάνομαι για τους ελλαδικούς κομματικούς τρόπους είναι ανείπωτη».
-Τέλος, ας μην ξεχνάμε τον αμίμητο Φρέντυ Γερμανό ο οποίος όταν ρωτήθηκε για την πολιτική κουλτούρα των Ελλήνων είπε: «Όλοι οι Έλληνες γεννιούνται με το ίδιο όνειρο, να κατακτήσουν μια μέρα την εξουσία. Αυτό δεν είναι κακό. Το κακό είναι ότι μερικοί από αυτούς, την… κατακτούν» (!).
Ίσως στην Ελλάδα του σήμερα χρειάζεται να γεννηθεί ένας Αντενάουερ, ένας Ντε Γκολ, να λειτουργήσουν ως άλλοι Μεσσίες και να φέρουμε πίσω στην πατρίδα τους Έλληνες επιστήμονες και πολιτικούς που δημιουργούν για λογαριασμό ξένων χωρών.






































































































