Εθνική υπερηφάνεια για ορισμένους δεν είναι να στέκεσαι στα πόδια σου, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις ανασυγκρότησης, αλλά να σε στήνουν οι άλλοι πληρώνοντάς σε.
Η εθνική υπερηφάνεια προϋπάρχει, κατακτάται όταν καταστρατηγείται, αλλά δεν παραχωρείται με έξοδα τρίτων.
Χαρακτηριστικό ενός μαχόμενου λαού είναι η συνεχής προσπάθεια και όχι να αναμένει τον «από μηχανής θεό», ως αρχαιόθεν πιστεύουμε σε μία πιο κομψή θεωρία περί «πολιτικού κισμέτ».
Τι περιμένουμε από την Τρόικα των τεχνοκρατών; Να έρθει, να βλέπει επαναλαμβανόμενα τα προγράμματα που ελαχίστως έχουν εκπληρωθεί, να διαπιστώνουν την παντελή έλλειψη σχεδίου εθνικής ανασυγκρότησης, την παντελή έλλειψη εθνικής στρατηγικής και στο τέλος της κουβέντας να το ρίχνουν στα ούζα και στο συρτάκι σιγοτραγουδώντας το «η ζωή εδώ τελειώνει»; Γιατί πάντα θεωρούμε ότι οι ξένοι θα μοιάζουν με εκείνο τον Εγγλέζο, που γοητεύεται από τον Ζορμπά και το ρίχνει στο συρτάκι; Λίγο η αρχαία ιστορία, λίγο τα μνημεία μας, που ανοίγουν άμα γουστάρουν, λίγο ο μεσογειακός τσαμπουκάς τού «δεν χρωστάμε ρε επειδή το λέτε», λίγο κρασί και πολλή αμπελοφιλοσοφία, αυτά είναι τα «ισοδύναμα» της φοροδιαφυγής, της παράλογης γραφειοκρατίας, της συνεχούς επαιτείας. Εμείς δεν έχουμε λεφτά να δώσουμε, αλλά έχουμε περηφάνια «στην πείνα, στην ορφάνια». Ένας λαός γαλουχημένος να χάνει περήφανα. Διαχρονικά ξεκινάμε μια καλή προσπάθεια, τα κάνουμε μπάχαλο στη συνέχεια, και μετά έρχονται οι ξένοι ως «από μηχανής θεοί» και εν τέλει μας διαφεντεύουν. Αφού μας διαφεντέψουν κατόπιν κανονικής πρόσκλησης, διερωτώμαστε, ποιος τους φώναξε…
Πάντα, ιστορικά, η ελληνική διαδρομή ταυτιζόταν με όρους μοιραίου και ποτέ αιτιατού. Η περηφάνια ήταν ο μοχλός κίνησης του λαού και ταυτόχρονα η εύκολη καταφυγή του σε πρωτοφανείς ήττες, όπου η Ελλάδα έμενε υπερήφανη, αλλά τελικώς πτωχή και κατά κρίση των χαμένων, τιμία. Η ήττα του 1897, η μικρασιατική καταστροφή, ήταν πάντα αποτελέσματα μιας δήθεν υπερήφανης γραμμής, που τελείωσε με εκατόμβες θυμάτων και δυσβάσταχτες μελλοντικές οικονομικές υποχρεώσεις. Το ίδιο και όλες οι ελληνικές χρεωκοπίες, οι οποίες επράχθησαν υπερηφάνως αλλά οδήγησαν σε δυσβάστακτα βάρη για επτά η οκτώ δεκαετίες. Σκεφθείτε ότι ακόμη πληρώνουμε τη χρεωκοπία του 1932..
Τμήμα του ελληνικού λαού συνδέει την εθνική υπερηφάνεια με την τζάμπα μαγκιά, εκείνου που θα πει στους δανειστές του, πόσο αυτός εκτιμάει ότι χρωστάει. Αυτός θα προσδιορίσει τον τελικό λογαριασμό και μετά, αφού αφαιρέσει τα οφειλόμενα από την απεριόριστη αξία της εθνικής υπερηφάνειας, θα καταλήξει σε λογαριασμό με θετικό πρόσημο οφειλομένων. Δηλαδή στο τέλος θα μας χρωστάνε κιόλας. Θέλω να υπενθυμίσω στους υποστηρικτές αυτού του ελαφρολαϊκού τσαμπουκά, ότι όσες φορές φερθήκαμε έτσι, γυρίσαμε πίσω με την ουρά στα σκέλια, εκλιπαρώντας για δυσβάστακτα δάνεια, ώστε να μην πεθάνουμε της πείνας…
Απέναντι σε όλα αυτά βέβαια, για να τα πούμε με τη γλώσσα της σκληρής αλήθειας, υπάρχει μία άκαμπτη ευρωπαϊκή λογική, που σαφώς σε πολλά σημεία συμπεριφέρεται με τρόπο ειρωνικό, απαξιωτικό και προσβλητικό στον οφειλέτη της (δηλ. σε εμάς) που δεν πληρώνει, ή που δεν είναι σίγουρος αν θα πληρώσει. Αυτές οι άκαμπτες ευρωπαϊκές λογικές εδράζονται και σε νοοτροπίες βορειοευρωπαϊκών λαών, με πολύ διαφορετικές κουλτούρες ανάπτυξης του ιδιωτικού τους αλλά και δημόσιου βίου, αλλά και τελείως διαφορετικές νοοτροπίες ζωής.
Πολλοί Έλληνες τον τελευταίο καιρό στο εξωτερικό αντιμετωπίζουν τη μήνι των Ευρωπαίων, το χλευασμό απέναντι όχι σε ένα λαό υπερήφανων ανθρώπων, όπως οφείλουμε να είμαστε, αλλά σε ένα λαό επαιτών. Η ευρωπαϊκή υπερβολή έχει να κάνει πάντα με τον εθνικισμό, τα φανατικά σύνδρομα της Βόρειας Ευρώπης, απέναντι στο Νοτιοευρωπαίο Έλληνα, που κατά συνήθη βλακώδη προσέγγιση του ευρωπαϊκού λαϊκισμού (βλέπε δημοσιεύματα Bild, Independent κλπ), είναι πάντα τεμπέλης και ζει σε βάρος του ευμαρούς Βορρά. Αυτή η ευρωπαϊκή προσέγγιση είναι εκτός από βλακώδης και ρατσιστική. Διέπεται από βαθύτατες εσωτερικές τάσεις του Βορειοευρωπαίου που θεωρεί μόνο τον εαυτό του εργατικό, και αναγνωρίζει στο βάθος την ανεπάρκεια δεξιοτήτων του έναντι του ευφυούς Έλληνα, τον οποίο έχει θεωρήσει εσφαλμένα πολυμήχανο. Σε αυτό «βοηθάει» ότι οι ξένοι επισκέπτονται την Ελλάδα ως χώρα διακοπών, στην εποχή δηλαδή που η χαλαρότητα και λόγω κλιματολογικών συνθηκών, είναι ορατή. Η ανάλυση της ευρωπαϊκής ιστορίας δείχνει πάντα μία «φασίζουσα», αυταρχική νοοτροπία των Βορειοευρωπαίων και ιδιαίτερα των Γερμανών απέναντι στη Νότια Ευρώπη. Είναι η ζήλεια του γίγαντα Γολιάθ απέναντι στον εφευρετικό αλλά περισσότερο χαλαρό Δαυίδ.
Οι ρίζες αυτές της αντιπαράθεσης Βορρά – Νότου έχουν ιστορικές αναφορές και βάθος. Κανείς δεν έχει λόγο στις παρούσες συνθήκες να λειτουργήσει θυμικά και να αναπαράγει τους λόγους μίας παλιάς και ευρείας αντιπαράθεσης, που συνήθως είχε και ως βάση τις αντιπαραθέσεις στους δύο παγκόσμιους πολέμους. Άλλωστε αυτό, εκτός των άλλων, προσπάθησε να καλύψει και η μεγάλη αυτή προσπάθεια ευρωπαϊκής ενοποίησης, που είχε ως αφετηρία τη δεκαετία του 1960. Να αμβλύνει πολιτικές, ιστορικές και πολιτιστικές αντιθέσεις, που προσέφεραν εύφορο έδαφος για να αιματοκυλιστεί δύο φορές σε είκοσι χρόνια κατ΄ αρχήν η Ευρώπη και μετά η ανθρωπότητα.
Η πολιτική κουλτούρα κάθε λαού συναρτάται και με την ιδέα του για την εθνική του υπερηφάνεια. Οι ευρωπαϊκοί λαοί του Βορρά έχοντας πάντα μια αίσθηση υπεροχής, στηριγμένη ως επί το πλείστον, σε αυστηρούς κανόνες πειθαρχίας, ταυτοποιούν την έννοια της υπερηφάνειάς των με την ιστορία των σταδιακών διαχρονικών τους επιτευγμάτων (ξεχνώντας ταυτόχρονα τις διαχρονικές ιστορικές τους αγριότητες). Χωρίς να χαρακτηρίζονται από αίσθηση διαχρονικής μοίρας, θεωρούν ότι το επίτευγμα είναι αποτέλεσμα εργασίας, και εκ των προτέρων διαμορφούμενης στρατηγικής. Αντίθετα, ο ελληνικός λαός θεωρεί ότι η γεωγραφική του ταύτιση με την Αρχαία Ελλάδα έχει εγγράψει ένα ανεξάντλητο κεφάλαιο, επί του οποίου εδράζεται ένας φτωχότερος νεοελληνικός μεγαλοϊδεατισμός.
Κατά τη λανθασμένη αυτή αντίληψη, ο Έλληνας, ως γνήσιος και απευθείας απόγονος του Περικλή, δικαιούται των συνεχών προνομίων που θα έπρεπε να έχει ο Περικλής, ο Θεμιστοκλής, ο Όμηρος, ο Ηρόδοτος κ.λ.π. Επομένως η παρουσία της Αρχαίας Ελλάδας στην ευρωπαϊκή ιστορική παράδοση, έχει ως συνακόλουθο μια λευκή επιταγή χρεών, όπου οι Έλληνες μπορούν να συμπληρώνουν το κατά εποχή οικονομικό έλλειμμα.
Η πραγματική όμως ιστορική αποτίμηση της νεοελληνικής πορείας συνδέεται και με μεγάλες στιγμές του ελληνισμού, αλλά και με παταγώδεις αποτυχίες. Οι μεν επιτυχίες συνδέονταν πάντα με την ελληνική υπερηφάνεια, οι δε αποτυχίες με τη συνωμοσία των εξωελληνικών παραγόντων και με την αυτονόητη σκληρή μοίρα του Έθνους. Αυτή ακριβώς η ανάλυση οφείλεται εν πολλοίς και σε ένα σύνολο συγκυριών, όπως και στην πραγματικότητα ότι η Ελλάδα ήταν πάντα μετά την απελευθέρωσή της, αγγλοσαξωνική επιρροή, που μετά μετετράπη σε αμιγώς αμερικανική. Εθνική υπερήφανη πολιτική ως ουσιώδης πραγματικότητα, δεν υπήρξε. Η ευρωπαϊκή προοπτική ήταν η μόνη ελπίδα για την απαγκίστρωση της χώρας από τον αγγλο – αμερικανικό άξονα. Αυτό όμως θα προϋπέθετε τη σύγχρονη συγκρότηση της Ελλάδας ως ευρωπαϊκού κράτους, κάτι που θα βοηθούσε και στην εύσχημη παρουσία της χώρας στον ευρωπαϊκό χώρο, θα εμπόδιζε δε και την άκομψη οικονομική παρέμβαση των Γερμανών σαν μετ-εγγυητών της προηγούμενης αγγλοσαξωνικής υπεροχής (αυτή εκδηλώθηκε κύρια στους τομείς των τηλεπικοινωνιών και εν μέρει των εξοπλισμών). Για να είμαστε δε και ειλικρινείς, ο γερμανικός μεγαλοϊδεατισμός, αποτέλεσμα μιας άλλης θεώρησης περιούσιου λαού, υποχώρησε μεν ως αποτέλεσμα δύο ιστορικών συντριβών, αλλά αποτελεί υποσυνείδητα και πλέον ενσυνείδητα, στοιχείο της συγκρότησης της γερμανικής εθνικής υπερηφάνειας και της Deutsche Kultur (γερμανικός πολιτισμός).






































































































