Οι λαοί όμως που σέβονται τον εαυτό τους, δεν θέτουν μία μυστηριακή μοίρα της ιστορίας ως πρόθεμα του μέλλοντός τους. Ο ελληνικός λαός έχει να επιδείξει μεγάλες στιγμές ηρωισμού, αλλά ταυτόχρονα και στιγμές σκληρής αποδόμησης, με συγκρούσεις, εμφυλίους πολέμους, αδυναμίες εμφανείς και καταστροφικές. Για τους Έλληνες το διακύβευμα δεν ήταν ποτέ η επίλυση του διλήμματος, προσπάθεια ή άφεση στη μοιραία επέλευση των ιστορικών γεγονότων. Πολλές φορές επηρεασμένοι από την μακραίωνη χαλαρή ατμόσφαιρα της Ανατολής, αφήνονται στον ιστορικό ρου να αναδιατάξει ερήμην τους τις ισορροπίες. Μόνο στο ακρότατο σημείο της εθνικής εξαφάνισης αποφασίζουν να κινηθούν -ενίοτε και ηρωικά- σε μία πορεία ανάταξης του έθνους.
Για τους σημερινούς δεξιούς και αριστερούς λαϊκιστές (που κανείς δεν γνωρίζει ποιοι είναι πιο επικίνδυνοι), στοιχείο του ελληνικού εθνικισμού, της εθνικής υπερηφάνειας, είναι η νίκη της Ελλάδας έναντι αυτών που χρωστάει. Το εθνικό εγώ δεν συγκροτείται στη βάση της προσπάθειας και του στρατηγικού σχεδίου, αλλά ως συνέχεια της εθνικής αντίστασης κατά κατακτητών, που είναι κατά την εκδοχή αυτή οι πιστωτές. Η Ελλάδα κατά την πρωτόγονη αυτή πολιτική άποψη, της οποίας υπέρμαχοι είναι οι Ανεξάρτητοι(άραγε από ποιους 😉 Έλληνες και ο ΣΥΡΙΖΑ, αντιπαλεύεται τους Γερμανούς και τους συμμάχους τους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και λαοί με μικρό εθνικό εισόδημα. Στην αντίληψη αυτή οι δανειστές δεν είναι οι ευρωπαϊκοί λαοί, που μερικοί όντας φτωχοί όπως οι Εσθονοί, από τον προυπολογισμό τους δανείζουν την Ελλάδα, αλλά δανειστές είναι κάποιοι μοντέρνοι κουκουλοφόροι, που στα υπόγεια εργαστήριά τους, κατεργάζονται την καταβαράθρωση του ευκλεούς ημών Έθνους. Μόνο που βασικοί αντίπαλοι αυτής της νέας εθνικής υπερηφάνειας δεν είναι μόνο οι όντως πολλές φορές απεχθείς καλβινιστές Γερμανοί (υπήρξε ένα καταπληκτικό άρθρο σε ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ και ΝΕΑ για το πώς επηρεάζει ο λουθηρανισμός τη σύγχρονη πολιτική των Γερμανών) και οι «συνοδοιπόροι» τους, αλλά και κάθε ευρωπαϊκή μεταρρυθμιστική αντίληψη. Η φτώχεια, κατά την άποψη αυτού του νέου πολιτικού νεο-σουρεαλισμού, δεν οφείλεται σε δομές υπανάπτυξης, ούτε σε οικονομικές και κοινωνικές καθυστερήσεις δεκαετιών, ούτε σε υπερβολικό δανεισμό, αλλά στη διάθεση κάποιων, μέσω των χρεών να υποδουλώσουν έναν περήφανο λαό. Στοιχείο της υπερηφάνειας του λαού αυτού πρέπει να είναι να μην πληρώσει τα χρέη του. Να μην πληρώσει δε, διότι τον ανάγκασαν να αγοράζει πράγματα που δεν χρειαζόταν, και δη ακριβά!!! Είναι κλασική η ιστορία του ανέκδοτου εκείνου όπου ο σύζυγος αρνείται να εξοφλήσει τα καταστήματα που ψώνιζε η σπάταλη γυναίκα του, διότι οι καταστηματάρχες δεν διέγνωσαν την ανάγκη της ψυχολογίας της συζύγου του, συνέχεια να ψωνίζει άνευ λόγου ή μετά κακού λόγου.
Αυτές οι λαϊκιστικές αντιλήψεις εκφράζει ακριβώς αυτήν τη διάθεση της αντίστασης απέναντι σε υποχρεώσεις και σε όποια μεταρρυθμιστική διάθεση, συγκροτώντας έτσι τη νέα ελληνική υπερηφάνεια. Είναι το νέο εθνικό ΟΠΑ.ΟΠΑ κατά τους στίχους γνωστού ελαφρολαϊκού τραγουδιού. Για αυτούς τους λαϊκιστές, δουλοπρέπεια είναι η προσπάθεια, η επίδειξη πνεύματος ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, η μη εκδήλωση συνεχούς καφενειακού τσαμπουκά έναντι των ευρωπαίων συνεταίρων της χώρας, που είναι οι ευρωπαϊκοί λαοί. Τα στοιχεία αυτά λαϊκισμού, έχουν παρεισφύσει ως στοιχεία κουλτούρας του πληθυσμού, ο οποίος πιστεύει ότι την Ελλάδα την κατέστησαν διαχρονικά έτσι, κάποιες εκατοντάδες πολιτικοί και ο ξένος παράγοντας. Αν εξολοθρευτούν οι πολιτικοί και σταματήσουν να «αναμειγνύονται» οι ξένοι, ο Έλληνας είναι αυτάρκης και θα περνάει μια χαρά. Θα αυτοδιοικείται με ένα άγνωστο σύστημα, άνευ μάλλον πολιτικών και θα ζει σε μία χώρα, που θα έχει πόρους, επίσης άγνωστο από πού… Αν δε, δεν τα καταφέρει, θα εφευρεθεί νέος ευρωπαϊκός φόρος υπέρ της αρχαίας ελληνικής παράδοσης προς εξόφληση των συνεχώς ανανεούμενων δανεικών. Γιατί ως λέει και γνωστό λαϊκό άσμα: Οι ωραίοι έχουν χρέη…
Βέβαια αυτού του είδους η «πολιτική ευήθεια», επικουρείται και από την εν πολλοίς απαξιωτική έως εσχάτων, πολιτική των Γερμανών, οι οποίοι συνεχώς επιτιμούν συλλήβδην του Έλληνες, μια και οι Γερμανοί ανέκαθεν διακρίνονταν από μία πλήρη περιφρόνηση των Νεοελλήνων, έναντι των αρχαίων προγόνων τους. Αυτού του είδους η συμπεριφορά αποτελεί μία εύκολη διέξοδο για τους απανταχού Ελληναράδες, ώστε να αποδώσουν στη βλακώδη υπεροψία των Γερμανών, των Ολλανδων, των Φινλανδών και των Ολλανδών, τα κακά μας τα χάλια, ενθυμούμενοι παράλληλα και τα όσα πράγματι φρικτά υπέστη ο ελληνικός λαός 70 χρόνια πριν από τους Γερμανούς, όπως και μεγάλο μέρος της Ευρώπης άλλωστε. Η γερμανική βαρβαρότητα πάντα ήταν ευκολότερα πολιτικός αντίπαλος, από την ευγενή αγγλοσαξωνική αυτοκρατορική υπεροψία, έναντι σταθερά των ίδιων «υπόδουλων πολιτικά» Ελλήνων. Ο Έλληνας, ως άτομο ιδιαίτερα ταλαντούχο, όχι υπέρμαχος της συνεχούς προσπάθειας με σχέδιο, προτιμούσε πάντα τον εύκολο δρόμο του αφορισμού ή των εθνικών αναμνήσεων για όσα ηρωικά συνέβησαν στο παρελθόν, από τα να ασχολείται με δυσάρεστες προσαρμογές σε στρατηγικές και στόχους. Επίσης, ο Ελληνας θέλει να αγνοεί πάντα ότι η γεωπολιτική θέση της Ελλάδος θα αποτελεί διαχρονικό πεδίο σύγκρουσης συμφερόντων, που δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν αφορμή ή αιτία για την εθνική ραστώνη, ή για ανάθεση της χώρας στη μοίρα της και τους διαχρονικούς συνωμότες. Πάντα στην ιστορία υπάρχει ένας εφιάλτης, ο οποίος υπονομεύει τους ήρωες, και όχι μια σειρά πραγματικών γεγονότων και κακών επιλογών που προκάλεσαν εθνικές ήττες ή συμφορές. Οι εφιάλτες έφταιγαν και όχι ότι εμείς κακώς εκτιμήσαμε και χειρότερα πράξαμε…
Η πάλη του ελληνικού λαού στην επόμενη εποχή είναι να πιστέψει στο ρόλο του Έλληνα – Ευρωπαίου, της Ευρώπης, της συνεργασίας των λαών (έναντι της Ευρώπης των εθνών που ως αντίληψη επέφερε δύο παγκόσμιους πολέμους) και ταυτόχρονα στην υπέρβαση του βαλκανικού μοντέλου της προηγούμενης δεκαετίας. Τελικά τα Βαλκάνια δεν μπορούν πάντα να είναι η καταφυγή εκείνων που τους ενοχλεί η ιδέα ότι οι λαοί δεν έχουν μοίρα ούτε είναι αφ’ εαυτού περιούσιοι. Μοίρα τους είναι η δουλειά τους και περιουσία τους τα επιτεύγματά τους.
Η Ελλάδα βιώνει αυτή τη στιγμή την τελευταία δυνατότητά της να ανταποκριθεί στην ιστορική πρόκληση να παραμείνει εντός της συνεχώς εξελισσόμενης -έστω και αργά- Ευρώπης. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει με τον αραμπά, ούτε με τη λογική «αν μας διώξετε, θα σας πάρουμε μαζί στο Ζάλογγο…» Όποιος θέλει να κάνει τη Σουλιώτισσα στη σύγχρονη ευρωπαϊκή πραγματικότητα αγνοεί συσχετισμούς και πραγματικές δυνατότητες αντιμετώπισης όλων των εκδοχών του ελληνικού προβλήματος.
Πρέπει όμως και η Ευρώπη να κοιτάξει σε βάθος το νοτιο-ευρωπαϊκό και όχι μόνο ελληνικό πρόβλημα. Όποιες δε λύσεις ακολουθηθούν στο ισπανικό πρόβλημα κατά αναλογία ορθή (ως επιεικέστερες) πρέπει να τύχουν εφαρμογής -έστω και καθυστερημένης- στην Ελλάδα. Το ότι δεν θέλουμε να είμαστε ζητιάνοι δεν σημαίνει ότι πρέπει να μας «ρίξουν» ενώ προτίθενται να ακολουθήσουν ευνοϊκότερες πολιτικές στην Ισπανία και αλλού. Η λύση στο ελληνικό πρόβλημα είναι απολύτως σύνθετη. Η λύση όμως αυτή περνάει μέσα από μία ουσιαστική χάραξη εθνικής πορείας στο ευρωπαϊκό περιβάλλον. Και δεν υπάρχουν λύσεις χωρίς σκληρή δουλειά και απόλυτη σοβαρότητα. Η τελευταία, και ιδιαίτερα η έλλειψή της, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό λόγο να μη μας παίρνουν στα σοβαρά αυτοί που πρέπει να συνυπάρξουμε μαζί τους.
Πάνος Αλεξανδρής




































































































