Ο τίτλος είναι δανεικός, όπως ακριβώς και η πορεία της χώρας μας τα τελευταία επώδυνα 4-5 χρόνια. Ανήκει σ’ ένα βιβλίο του Renė Guènon, όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά στην έκπτωση της ανθρωπότητας, ως συνέπεια της προσκόλλησής της στην έννοια της ποσότητας, συνδυασμένη με μία τέλεια άρνηση του διαφορετικού, με ένα απίστευτο έλλειμμα ανοχής απέναντι στο ιδιαίτερο, το ξεχωριστό.
Γράφει ο Θάνος Σταθόπουλος
Η στήλη θυμήθηκε τούτο το ανάγνωσμα καθώς άκουγε με οδύνη τη θλιβερή είδηση της απώλειας ενός μικρού κοριτσιού στη Θεσσαλονίκη από τις αναθυμιάσεις ενός μαγκαλιού, με το οποίο η μητέρα της προσπαθούσε να ζεστάνει το μη ηλεκτροδοτούμενο διαμέρισμα όπου διέμεναν. Και η οδύνη σύντομα μετατράπηκε σε οργή, τόσο για τον τρόπο που, για άλλη μια φορά, τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας αντιμετώπισαν την τραγική είδηση, όσο και για το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης που πυροδότησε το γεγονός.
Ωστόσο, δεν θα σταθεί στις παραπάνω διαπιστώσεις, ούτε θα αφήσει τα εύλογα αρνητικά συναισθήματα που προκαλεί η απώλεια της 13χρονης να συσκοτίσουν τα πραγματικά -ή τουλάχιστον πιο κοντά στην πραγματικότητα- αίτια που οδήγησαν στον άδικο θάνατό της. Γιατί υπάρχουν αίτια, τα οποία δεν γεννήθηκαν με την κρίση, αλλά αναμφίβολα γιγαντώθηκαν μέσα σ’ αυτήν.
Έχουν δίκιο όσοι υποστηρίζουν ότι ανάλογες τραγικές ιστορίες λάμβαναν χώρα και την εποχή της ευμάρειας, αλλά τότε ελάχιστοι τους έδιναν σημασία. Επίσης έχουν δίκιο όσοι σπεύδουν να καταγγείλουν τον φαρισαϊσμό των ΜΜΕ και ορισμένων πολιτικών παραγόντων, που «σπεκουλάρουν», κάθε πλευρά για τους δικούς της λόγους, πάνω στο χαμό ενός μικρού παιδιού.
Ωστόσο, την ίδια στιγμή, κάνουν λάθος όταν θεωρούν το συγκεκριμένο συμβάν ξεκομμένο από τη γενικότερη πτώση, όχι μόνο των οικονομικών δεικτών, αλλά της ίδιας της ηθικής της κοινωνίας μας. Μιας κοινωνίας που συνήθιζε χρόνια τώρα να ζει τον μύθο της ποσότητας, χλευάζοντας την όποια διαφορετικότητα και την όποια ποιότητα.
Έστω κι αν μας ενοχλεί, ας γυρίσουμε τη σκέψη μας λίγα χρόνια πίσω. Ας θυμηθούμε τότε που τα κυβικά του αυτοκινήτου μας, τα τετραγωνικά μέτρα του σπιτιού ή του εξοχικού μας, ο αριθμός των ταξιδιών μας σε μαγευτικούς προορισμούς του εσωτερικού ή του εξωτερικού, η φίρμα των ρούχων μας, το σχολείο του παιδιού μας, οι χώροι της διασκέδασής μας κ.ο.τ., καθόριζαν το κοινωνικό status μας.
Και κάποια στιγμή ο χρόνος «πάγωσε», το όνειρο διαλύθηκε και βρεθήκαμε μπροστά σε μία σκληρή πραγματικότητα. Ό,τι θεωρούσαμε ότι κατέχουμε, ήταν δανεικό και έπρεπε να επιστραφεί στους πιστωτές. Και το κακό δεν ήταν αυτό. Το κακό ήταν ότι μαζί με αυτούς που δικαίως καλούνταν να πληρώσουν το τίμημα της αλόγιστης σπατάλης, του άκρατου δανεισμού, της άνευ μέτρου πολυτελούς διαβίωσης, βρέθηκαν με τη θηλιά στον λαιμό και όσοι δεν είχαν υποκύψει στα θέλγητρα του υπερκαταναλωτισμού, ακόμη και όσοι -τότε και πολύ περισσότερο τώρα- τα έβγαζαν δύσκολα πέρα, προσπαθώντας απλώς να επιβιώσουν.
Από κοντά διαλύθηκε και κάθε μορφής κοινωνικό δίχτυ, το οποίο θα μπορούσε να μετριάσει τις οδύνες της κρίσης για τους κοινωνικά ασθενείς συνανθρώπους μας. Τόσο σε κεντρικό, όσο και σε αυτοδιοικητικό επίπεδο, οι κοινωνικές δομές βρέθηκαν κυριολεκτικώς στον αέρα, αφού είτε λειτουργούσαν με υπέρογκα ελλείμματα, είτε απλούστατα είχαν πέσει θύματα μιας πιο… lifestyle πολιτικής.
Και για να ολοκληρωθεί το κακό, ήρθε και ο κοινωνικός αυτοματισμός (αφού δεν θα επιβιώσω εγώ να μην επιβιώσεις κι εσύ) να επιβεβαιώσει το πλήρες αδιέξοδο που βιώνει ο τόπος και οι πολίτες.
Ο θάνατος της 13χρονης, αν και τραγικός, σίγουρα δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον ρου της Ιστορίας. Δεν μπορεί καν να συνεφέρει εκείνα τα κυβερνητικά στελέχη που έχουν το θράσος να ομιλούν ακόμη περί των πρώτων απτών θετικών αποτελεσμάτων στην οικονομία (άραγε, την οικονομία ποιου και για ποιους;) από τα αδυσώπητα μέτρα που έχουν ληφθεί.
Το μόνο που μπορεί να κάνει αυτός ο άδικος θάνατος είναι να μας αναγκάσει, έστω και για λίγο, να αναρωτηθούμε σε τι είδους κοινωνία θέλουμε πια να ζήσουμε, εμείς και τα παιδιά μας. Σε μία κοινωνία που θα συνεχίσει να μετρά την πρόοδό της, ατομικά και συλλογικά, στη βάση μόνο των αριθμών και των διαγραμμάτων ή σε μία κοινωνία που θα έχει ως επίκεντρό της τον Άνθρωπο;
Μα πριν δώσουμε την απάντηση στο παραπάνω δίλημμα, ας σκεφτούμε και κάτι άλλο. Τη 13χρονη Σάρα στη Θεσσαλονίκη δεν τη σκότωσαν οι αναθυμιάσεις από το μαγκάλι, αλλά η δική μας αδιαφορία για ό,τι συμβαίνει έξω από τον μικρόκοσμό μας. Κι όσο θα παραμένουμε σε αυτόν τον μικρόκοσμο, τόσο θα πληθαίνουν τα μαγκάλια και τόσο οι αναθυμιάσεις τους θα σκοτώνουν ό,τι απέμεινε από την ηθική μας…






































































































