Μέσα στο σύμπλεγμα της ανελέητης «παγκοσμιοποίησης» και συνάμα με την πολύπλευρη οικονομική και κοινωνική κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, δυστυχώς, αναλωνόμαστε σε ανούσιες και γεμάτο «θόρυβο» κουβέντες που πλήττουν βάναυσα την ουσία της συνείδησης και της ορθής σκέψης. Σκέψη που αφαιρεί εξάλλου ως αποτέλεσμα την ορθότητα του λόγου. Αυτή η παρατεταμένη κρίση επιφέρει εξίσου ορατές αλλαγές στην βιωματική καθημερινότητα των πολιτών. Σε αυτό, λοιπόν, το βαβελικό σύμπλεγμα της παγκοσμιοποιούμενης κοινωνίας απουσιάζει ο άνθρωπος.
Η απάντηση στην πρόκληση αυτή μπορεί και έχει, θέλω να πιστεύω, τη δυνατότητα να αποδοθεί από την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Είναι αυτή εξάλλου η Τ.Α. ως πιο κοντινή στον πολίτη «εξουσία» και για αυτό δεν μπορεί παρά να μην έχει καθοριστικό λόγο.
Η Τ. Α. γνωρίζει τις τοπικές ανάγκες και ιδιαιτερότητες, έτσι μπορεί να αναλάβει, επομένως, πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση μιας ολοκληρωμένης κοινωνικής πολιτικής, μιας περιβαλλοντικής διαχείρισης σε τοπικό επίπεδο. Στην περίοδο που διανύουμε, η σύγχρονη Τ.Α. έχει υποχρέωση να διαδραματίσει ένα κομβικό ρόλο στην άσκηση αρμοδιοτήτων του κράτους και στην παροχή ποιοτικών υπηρεσιών στους πολίτες. Επιπλέον, δε η ανάγκη για εύρυθμη και χρηστή λειτουργία της επιτείνεται ολοένα και περισσότερο, καθώς η εγγύτητα στον πολίτη εξαιτίας και της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που έχει επηρεάσει και την Ελληνική Κοινωνία σε όλες τις εκφάνσεις της – δημιουργεί επιπλέον υποχρεώσεις και ευθύνες για τις τοπικές αρχές. Οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις των τελευταίων ετών τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα χαρακτηρίζονται από όξυνση κοινωνικών προβλημάτων, ιδιαίτερα, αισθητών στον τοπικό κοινωνικό χώρο. Παράλληλα διαπιστώνεται μια μετατόπιση του κέντρου βάρους άσκησης κοινωνικής πολιτικής από την σφαίρα μιας κύριας «κρατικής ευθύνης και μέριμνας» προς την εμπλοκή πολλαπλών συντελεστών παροχής κοινωνικών αλλά και άλλων υπηρεσιών σε τοπικό επίπεδο (Τ.Α. εθελοντικοί φορείς, ομάδες αυτοβοήθειας, οικογένεια, εκκλησία).
Η Ελληνική Τοπική Αυτοδιοίκηση παρά τις φοβερές δυσκολίες που αντιμετωπίζει, αποδέχεται την πρόκληση αυτή προσπαθώντας να αξιοποιήσει, αν και «λαβωμένη οικονομικά», τις δεδομένες δυνατότητες (θεσμικές, οργανωτικές και οικονομικές) και να αναπτύξει έστω και αποσπασματικά ή περιστασιακά προγράμματα και υπηρεσίες σε τοπικό επίπεδο. Αναμφισβήτητα, λοιπόν, αυτές οι εξελίξεις επιτρέπουν ή ακόμη επιβάλλουν τις αλλαγές που πρέπει να ακολουθήσουμε σε εθνικό, αλλά και σε τοπικό επίπεδο.
Οι «κατευθυντήριες γραμμές» και πολιτικές που αποφασίζονται εκτός εθνικών συνόρων και υλοποιούνται στα κράτη μέλη της Ε.Ε., αλλά και με επιπτώσεις στο γενικότερο παγκόσμιο περιβάλλον, ωθούν στη λήψη τέτοιων αποφάσεων που θα οδηγήσουν αυτές οι πολιτικές να είναι πιο κοντά στον «πολίτη-χρήστη» των παρεχομένων υπηρεσιών, κυρίως κοινωνικών. Επιβάλουν χαρακτηριστικά στην ανάδειξη της Τ.Α σε χρήσιμο συνεργάτη και η αναγνώριση του προνομιακού της ρόλου στο τοπικό χαρακτήρα δράσης.
Έτσι θα μπορούμε επιτέλους να μιλάμε για μια ανεξάρτητη και ισχυρή Τοπική Αυτοδιοίκηση. Προβληματισμός, υπάρχει φυσικά αν αυτή η κρίση μπορεί να γίνει η «μεγάλη ευκαιρία» για το κράτος, τη δημόσια και τοπική αυτοδιοίκηση, την κοινωνία γενικότερα.
Αναρωτιέμαι άραγε πόσες ουσιαστικά ευκαιρίες χάθηκαν για τη χώρα μας κατά το παρελθόν που θα μας οδηγούσαν σε μια πραγματική και όχι επίπλαστη ανάπτυξη μέσα στην οικογένεια της Ε.Ε. ως ένα ισότιμο μέλος; Αραγε πόσες ευκαιρίες χάθηκαν στο όνομα του λαϊκισμού και της δημαγωγίας; Αποτέλεσμα, λοιπόν, αυτού του αχαλίνωτου λαϊκισμού και της δημαγωγίας, είναι να έχει δημιουργηθεί μια κοινωνία χωρίς κοινωνική συνοχή. Είναι αλήθεια ότι μισκοκλείνουμε το μάτι σε κάθε είδους λαϊκίστικους τρόπους χείριστης αντιμετώπισης των δυσκολιών. Τα πράξαμε στο παρελθόν, είναι όμως, αυτή η μοναδική ευκαιρία να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε με ρεαλισμό τα γεγονότα, και να τα αντιμετωπίσουμε με ειλικρίνεια, με ορθότητα λόγου και σκέψης. Αναμφισβήτητα πρέπει να κατανοήσουμε ότι οι εξελίξεις αυτές τρέχουν με ταχύτατους ρυθμούς. Όπως, έχω αναφέρει δεν μπορούμε, αλλά και δεν έχουμε την πολυτέλεια σήμερα να διαχειριζόμαστε τα προβλήματα με όρους του χθες. Να αντιληφθούμε όλοι μας, ότι τα γεγονότα μας προσπερνούν και απέναντι σε αυτό τον «καταιγισμό» η συνεργασία και η συναίνεση είναι μια θεμελιώδης πρόκληση.
Κι εμείς φυσικά αιρετοί και μη πρέπει κατά τη γνώμη μου να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων. Αυτό είναι το εγχείρημα και η απαίτηση των καιρών. Ως κοινωνία καλούμαστε να υπερβούμε σύνθετα και συσσωρευμένα προβλήματα, σοβαρές παθογένειες, στρεβλώσεις και αγκυλώσεις του παρελθόντος. Όλα αυτά μας προσπερνούν. Και μέσα σε αυτή την «α-λογική βαβέλ» ξεπηδούν διάφοροι «αυτόκλητοι σωτήρες». Η πολιτική των δήθεν, των αναγνωρίσιμων που επιπλέουν σε μια στριμωγμένη κοινωνία, που επιδιώκουν την απαξίωση των πάντων για να δυναμώσει τη δική τους ιδιοτελή συμπεριφορά. Είναι προφανές δηλαδή ότι επιδιώκουν να εξυπηρετήσουν τα προσωπικά τους και μόνο συμφέροντα ανάλογα με τις συγκυρίες. Είναι φανερό ακόμα ότι προσπαθούν με τέτοιες διαδικασίες να επιτύχουν το στόχο της «αυτοαναγνωριστικής τους ύπαρξης και υπόστασης» τόσο για τον ίδιο τους το εαυτό όσο και για τον μικρόκοσμό που τους περιβάλλει. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι αποφεύγουμε συστηματικά να μιλάμε για την ουσία και έτσι δυστυχώς αναλωνόμαστε σε ανούσια πράγματα. Είναι αυτονόητο ότι προσωπικά αδυνατώ να ακολουθήσω τη συμπεριφορά, τη σκέψη και την νοοτροπία αυτών των ανθρώπων. Είναι φανερό ότι έχουμε εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις και έτσι βρισκόμαστε απέναντι. Είναι η στιγμή επιτέλους που πρέπει να αφήσουμε αυτούς τους δημαγωγούς της καινοφανούς λαϊκίστικης πολιτικής, που πρόσκαιρα αναζητούν πολιτικά και όχι μόνο οφέλη, και να πορευθούμε μπροστά αφήνοντάς τους να αρμενίζουν στο ρηχό μικρόκοσμό τους. Να συμπορευθούμε με συνέπεια έργων και λόγων με εντιμότητα και ειλικρίνεια. Να αντιμετωπίσουμε ορθολογικά με όραμα και προοπτική τα μεγάλα και συσσωρευμένα προβλήματα της κοινωνία μας. Είναι δε αυτός ο κατακερματισμός της κοινωνίας που μας φέρνει αντιμέτωπους με αυτή τη δύσκολη και αμείλικτη πραγματικότητα.
Δυστυχώς μάθαμε να μιλάμε όλοι για όλα με μια θρασύτητα ευκολία παντογνωσίας να μιλάμε περισσότερο ποσοτικά και λιγότερο ποιοτικά. Αυτή είναι μια ακόμη σύνθετη πρόκληση και σε αυτήν την πρόκληση η Τ.Α. ως ένας μοχλός ανάπτυξης μπορεί και πρέπει να συμπαρασύρει μαζί της ένα κύμα ανανέωσης ιδεών και προτάσεων στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στις τοπικές κοινωνίες να φέρει μια νέα Ελπίδα μια νέα Προοπτική για το Αύριο. Είναι απαραίτητη η διαδικασία έναρξης ενός ουσιαστικού και ειλικρινούς διαλόγου για ένα μοντέλο διαχείρισης και αντιμετώπισης των προβλημάτων. Αυτή η διαδικασία του διαλόγου πρέπει να έχει βάσεις σε μια σφαίρα συνεννόησης και συνεργασίας. Στο μέτρο του εφικτού και της ρεαλιστικής αντιμετώπισης, συνεργασία με φορείς του δημοσίου και ιδιωτικού χώρου.
Ο στόχος μας πρέπει να είναι η Ελπίδα και η Προοπτική, ώστε να ξεπερνά τα όρια μιας συγκεκριμένης θητείας. Να είναι πέρα και πάνω από πρόσωπα και ιδεολογικές διαφορές που μας κράτησαν κατά το παρελθόν σε δυσχερή θέση. Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια στην αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης και αμοιβαία κατανόηση των δυσκολιών. Σεβασμό στους θεσμικούς ρόλους στην νομιμότητα των πράξεων μας, αλλά στον ορθό λόγο της πολιτικής που θα πρέπει να εφαρμοστεί.
Με συνέπεια λόγων και έργων, η συνεννόηση μεταξύ δυνάμεων μέσα στην Τ.Α. με σκοπό την επίτευξη ενός ολοκληρωμένου προγράμματος δράσης για την επίλυση των κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων για την καθημερινότητα των πολιτών.
Η λύση μπορεί και πρέπει να είναι η επιστροφή μας μέσα στην ίδια την Ελληνική Κοινωνία μέσα στην Τοπική Κοινωνία, μέσα από την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Αναστάσιος Μαυρίδης*
Δημοτικός Συμβούλος
*Ο Αναστάσιος Μαυρίδης είναι πτυχιούχος Διαχείρισης Ανθρωπίνων Πόρων και Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου Δημόσιας Διοίκησης – «Εθνικής και Κοινωνικής Διοίκησης» του Παντείου Πανεπιστημίου και Δημοτικός Σύμβουλος Λυκόβρυσης – Πεύκης.







































































































