Μετρό, ηλεκτρικός, κόσμος, στριμωξίδι, αραιά δρομολόγια, κανένας κλιματισμός… μια καθημερινή, καλοκαιρινή υπενθύμιση της κατάστασης στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Η ιστορία που ακολουθεί είναι απολύτως αληθινή.
Παραδόξως, λίγες μέρες πριν, οι συρμοί έφτασαν σχετικά άδειοι. Μπαίνοντας στο βαγόνι που συνηθίζω, υπήρχαν κενές θέσεις. Σπάνιο και εντυπωσιακό! Δράττομαι της ευκαιρίας να απολαύσω μια ξεκούραστη διαδρομή. Στη μία πλευρά καθόταν μια πολύ όμορφη, νεαρή και δίπλα της δύο κενά καθίσματα. Άφησα ένα κενό και κάθισα στο δεύτερο, διατηρώντας μια απόσταση, γιατί οι καιροί είναι και περίεργοι και η παραμικρή επιλογή μπορεί να παρεξηγηθεί.
Ο συρμός παρέμεινε στο σταθμό. Ο παράξενος επιβάτης μπήκε με αργά βήματα. Ρακένδυτος, βρώμικος, ταλαιπωρημένος, με ξεκάθαρες αποδείξεις αστεγίας και ψυχικών νοσημάτων, κουβαλούσε μόνο ένα σακίδιο.
Έσυρε το κουφάρι του και κάθισε ανάμεσα σε μένα και τη νεαρή. Η μυρωδιά του μου έφερε δάκρια στα μάτια, αλλά και πολύ έντονες αναμνήσεις. Έχουν περάσει χρόνια από τις προσωπικές μου περιπέτειες, καθώς και την ενασχόλησή μου με την υποστήριξη αστέγων, αλλά η όσφρηση είναι μια αίσθηση που έχει έντονη μνήμη. Αυτή τη μυρωδιά της παραίτησης, δεν μπορώ ποτέ να την ξεχάσω.
Η νεαρή δεν άντεξε ούτε τρία δευτερόλεπτα. Σηκώθηκε και πήγε στην άλλη άκρη του βαγονιού. Ο άστεγος, βρήκε ευκαιρία και μετακινήθηκε κι αυτός παραδίπλα. «Να μην σε ενοχλώ κι εσένα, ρε φίλε», μουρμούρισε και έγειρε προς το παράθυρο. Σε ελάχιστο χρόνο και οι δύο κυρίες που κάθονταν αντικριστά απέναντί του, σηκώθηκαν και έφυγαν.
Το τρένο παρέμενε ακίνητο. Τέσσερις άγνωστοι καθόμασταν στη μια πλευρά, ένας απόκληρος στην άλλη και ένα βαγόνι, χωρίς κλιματισμό κοιτούσε με ανάμικτα βλέμματα απέχθειας, θλίψης, στενοχώριας, περιέργειας.
Ένας πενηντάρης άρχισε να βρίζει τους εργαζόμενους στον ηλεκτρικό, που περίμεναν έξω από τους συρμούς την εντολή να δώσουν σήμα αναχώρησης. Με ύφος «εγώ σας πληρώνω, ρε!», τους καταλόγιζε την κατάσταση στα ΜΜΜ, το ότι δεν είχαμε κλιματισμό, ότι «αφήνετε τους βρωμιάρηδες να μπαίνουν μέσα και έχουμε πεθάνει στη μπόχα» και άλλα τέτοια, λόγια γεμάτα αγάπη και ενσυναίσθηση. Μόλις τόλμησε να πετάξει μια βρισιά για τον Πρωθυπουργό ξεκίνησε το πανηγύρι.
«Ναι, θα έρθει ο Τσίπρας να στα φτιάξει», πετάχτηκε μια κυρία. Τόση ώρα οι βρισιές προς τον άστεγο δεν την πείραξαν, αλλά και οι προσβολές έχουν ένα όριο. «Είπα εγώ για τον Τσίπρα; Σου φαίνομαι για “μπιπ μπιπ” αριστεροκουμούνι;», εξερράγη ο ευγενής πενηντάρης. «Δεν φταίει καμία κυβέρνηση, κύριέ μου. Εμείς όλοι φταίμε για την κατάστασή μας», πετάχτηκε ο «ισαποστάκιας» του βαγονιού. Ο καβγάς άρχισε να εντείνεται, μέχρι που κάποια στιγμή, τη λύση έδωσε ένας νεαρός, γύρω στα είκοσι, με ένα περίεργο κούρεμα και μαύρα γυαλιά, τα οποία έβγαλε με μια απότομη κίνηση. «Σκάστε! Σκάστε όλοι. Κι εσύ. Κι εσύ και όλοι σας», φώναξε παγώνοντας την ομήγυρη. Ο «ευγενής» πενηντάρης πήγε να ψελλίσει κάτι για τη νεολαία που δεν σέβεται τους μεγαλύτερους, αλλά ο νεαρός τον διέκοψε. «Αν δεν μπορείς να κάνεις κάτι να τον βοηθήσεις», είπε δείχνοντας τον άστεγο, «τουλάχιστον βγάλε το σκασμό». Τα είπε, έβαλε ξανά τα γυαλιά του και κάθισε στην καρέκλα του.
Μέσα στην όλη φασαρία, ο άστεγος παραδίπλα μου, σηκώθηκε, πήρε το σακίδιο του, μου έριξε ένα βλέμμα απόγνωσης, είπε κάτι σαν, «σας βαρέθηκα» και βγήκε από το βαγόνι.
Δευτερόλεπτα μετά, ακούστηκε το «σφύριγμα», οι πόρτες έκλεισαν, ο συρμός ξεκίνησε, το βαγόνι επέστρεψε στην κανονικότητά του κι εγώ έμεινα να σκέφτομαι ότι η κοινωνία έχει πιάσει τρομακτικό πάτο, αλλά αυτή τη σκηνή πιθανόν να την περιλάβω σε κάποιο από τα επόμενα θεατρικό μου. Ευτυχώς, τουλάχιστον, που υπάρχουν ακόμα νέοι που μπορούν να κρατήσουν μια κάποια ελπίδα ζωντανή…









































































































