Γράφει ο Γιώργος Αράπογλου– Από την έντυπη έκδοση της Καθημερινής Αμαρυσίας – φύλλο Κηφισιά-Διόνυσος 02/10/2026
Η γονεϊκότητα σε αλλάζει. Δεν ξέρω αν ο ακριβής χαρακτηρισμός είναι ότι σε ωριμάζει πραγματικά ή αν σου ανοίγει ένα παράθυρο να δεις τον κόσμο, όπως πραγματικά είναι και όχι, όπως τον φανταζόσουν ή τον ονειρευόσουν, πάντως το μόνο σίγουρο είναι ότι από την πρώτη στιγμή που θα ακούσεις το κλάμα του μωρού σου, δεν θα είσαι ποτέ πια ο ίδιος.
Γιατί πλέον παύεις να ασχολείσαι μόνο με τον εαυτό σου, αλλά έχεις αναλάβει μια ευθύνη.
Να φροντίσεις έναν άνθρωπο που εσύ επέλεξες να φέρεις στον κόσμο, να του προσφέρεις ό,τι χρειάζεται για την ζωή, ευημερία και ανάπτυξή του και, πάνω από όλα, να του δώσεις τα ηθικά, ψυχικά, πνευματικά και συναισθηματικά εφόδια να γίνει ένας καλύτερος άνθρωπος από ό,τι έγινες εσύ για τον ίδιο και για όσους βρεθούν γύρω του.
Δεν θα γράψω για τα υπέρτατα συναισθήματα που προσφέρει η γονεϊκότητα. Οι λέξεις θα είναι πάντα λίγες και απελπιστικά φτωχές για να το περιγράψουν.
Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει και η ίδια πραγματικότητα. Γονεϊκότητα σημαίνει επίσης έξοδα, ανάγκες, πίεση χρόνου, υποχρεώσεις. Και αυτό, δεν διδάσκεται σε κανένα βιβλίο αυτογνωσίας. Είναι η ζωή σου από το ίδιο δευτερόλεπτο που θα ακούσεις εκείνο το πανέμορφο κλάμα που προαναφέραμε.
Σήμερα, η απόφαση για ένα ζευγάρι να φέρει στον κόσμο ένα παιδί πολλές φορές πνίγεται μέσα στις πιέσεις της καθημερινότητας. Ακρίβεια, στεγαστική και ενεργειακή κρίση, εργασιακή ανασφάλεια… η συντριπτική πλειονότητα των νέων συνθλίβεται και δεν τολμά ούτε να ονειρευτεί τις όμορφες στιγμές της γονεϊκότητας.
Επιτρέψτε μου μια προσωπική εξομολόγηση. Τα ευχάριστα νέα ότι θα γίνουμε γονείς τα μάθαμε στις αρχές του καλοκαιριού πριν από ακριβώς δέκα χρόνια. Τα συναισθήματα απόλυτης χαράς και ευτυχίας ακολούθησε η στυγνή πραγματικότητα. Η σύντροφός μου, εκπαιδευτικός σε βρεφονηπιακό σταθμό, έπρεπε να ενημερώσει ότι θα χρειαζόταν να αφήσει το τμήμα της λίγο μετά το νέο έτος, καθώς θα έμπαινε στο μήνα της. Η εργοδότριά της την ενημέρωσε με τη σειρά της ότι δεν θα χρειαστεί καν τις υπηρεσίες της. Ούτε τότε, ούτε ποτέ ξανά. Την ίδια ώρα εγώ, μπήκα στο γραφείο όπου εργαζόμουν με ένα κουτί γλυκά να κεράσω που θα γινόμουν μπαμπάς και ο τότε εργοδότης κέρασε με τη σειρά του την απόλυση μου.
Βρεθήκαμε και οι δύο άνεργοι μέσα στην ίδια εβδομάδα. Με ένα μωρό να έρχεται, με ένα σπίτι που μάθαμε λίγο μετά ότι δεν μας ανήκε πια, χωρίς να φέρουμε κάποια ευθύνη και μια θηλιά να σφίγγει.
«Έχει ο Θεός», έλεγαν όλοι. Με όλο το σεβασμό στην πίστη του καθενός, ο Θεός πάντα είχε και πάντα θα έχει, αλλά εκείνη την περίοδο αυτή δεν ήταν μια πειστική απάντηση στον γυναικολόγο, τα νοσοκομεία όπου κάναμε τις εξετάσεις, τη ΔΕΗ, το βενζινάδικο κλπ. Οι πενιχροί κουμπαράδες έγιναν θρύψαλα, ο χρόνος κερδήθηκε και μέχρι να έρθει το παιδί, κάπως είχαμε στρίψει το καράβι. Με πόνο, θυσίες, ενίοτε και δάκρυα, όχι απαραίτητα χαράς.
Μια από τις σκέψεις που θα με βαραίνουν πάντα είναι ότι, αν η ταυτόχρονη ανεργία είχε συμβεί δύο μήνες νωρίτερα, ίσως να μην είχαμε μπει στη διαδικασία να γίνουμε γονείς.
Όπως επίσης, αν είχαμε έστω μια έξωθεν οικονομική βοήθεια από την Πολιτεία ή τον Δήμο, να ήμασταν λίγο πιο άνετοι.
Γι’ αυτό και κρίνεται προς τη θετική κατεύθυνση πως ο Δήμος Κηφισιάς, όπως και άλλοι Δήμοι, βρήκε οικονομικό περιθώριο να προσφέρει οικονομική στήριξη στις νέες οικογένειες, όπως και άλλες παροχές που θα φέρουν μια κάποια ανακούφιση.
Οποιαδήποτε υποστήριξη μπορεί να είναι σωτήρια για κάποιους. Και αυτό δεν είναι πάντα κατανοητό. Όπως επίσης δεν είναι και αυτονόητο ότι ο κάθε Δήμος θα μπορεί ή θα θελήσει να προσφέρει μια παροχή, υποχρέωση για την οποία είναι το ίδιο το Κράτος, που σκορπά εκατομμύρια οπουδήποτε αλλού εκτός από ουσιαστικές κοινωνικές παρεμβάσεις.
Προφανώς και κανένα ζευγάρι δεν θα εξαρτήσει το μέλλον της οικογένειάς του από αυτό το ποσό. Όμως, σίγουρα θα αισθανθεί λίγη περισσότερη ασφάλεια.
Το μυαλό επιστρέφει δέκα χρόνια πίσω. Αν τότε, δύο άνεργοι μελλοντικοί γονείς είχαν έστω αυτή τη βοήθεια, κάποιες από τις βραδινές αϋπνίες θα ήταν αποκλειστικά και μόνο για την ευτυχία που πλησίαζε.




































































































