Πού βρέθηκαν τόσα γκρίζα και μαύρα σύννεφα έτσι ξαφνικά;
Ποιος τα έφερε; Πριν από λίγες ώρες είχε κοιμίσει τη φύση μια παράξενη ησυχία. Νόμιζες ότι όλα ζούσαν σε πρωτόγνωρη ραστώνη. Δεν ακουγόταν τίποτα.
Γράφει η Ελένη Κονιαρέλλη-Σιακή
Οι κορμοί των δέντρων, πολύπαθα αγάλματα της φύσης, φαίνονταν να περιμένουν καρτερικά κάτι που το γνώριζαν αλλά δεν το μαρτυρούσαν. Μάταια κουνούσαν τις άκρες τους τα μικρότερα κλαδιά, σα να ρωτούσαν. Μάταια τα καφέ και τα κίτρινα φύλλα προσπαθούσαν να συγκρατήσουν για λίγες ημέρες ακόμα τον κουρασμένο μίσχο τους στη θέση που τα γέννησε και τα μεγάλωσε, έτσι ώστε να καμαρώνουν τα πλουμίδια και τα στολίδια τους στο διάβα του σύντομου χρόνου της ζωής που τους παραχώρησε ο νόμος της φύσης, και να σκιρτούν ερωτικά στα χαϊδέματα που έφερνε το δροσερό αεράκι.
Ο χρυσός δίσκος του ήλιου που καθημερινά κυλούσε στο στερέωμα του ουρανού, δε φαινόταν πουθενά αυτή την ώρα. Λες και η δύναμη άξιου δισκοβόλου, τον είχε ρίξει με επιτυχία σε άλλον πλανήτη. Κι έμεινε εκεί, χωρίς ίχνος επιθυμίας να επιστρέψει και να συνεχίσει την ίδια διαδρομή που έκανε αιώνες. Ίσως και να τον είχε κουράσει, όπως κουράζει την ανθρώπινη ψυχή η επανάληψη, κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια… και παρ’ όλα αυτά παραμένει η ψυχή, και υπομένει –πολλές φορές– τα ίδια, σφιγμένη στο ζωνάρι της συνήθειας και λουσμένη στο φόβο, μήπως παραπέρα βρει και χειρότερα…
Αυτή η φλύαρη σιωπή, εδώ και αρκετές ώρες, φαίνεται να επικοινωνεί με έναν παράξενο τρόπο, με όλους και με όλα. Είναι σίγουρο ότι τώρα όλοι γνωρίζουν τι συμβαίνει. Όλοι προαισθάνονται ποιο μυστήριο της φύσης θα ολοκληρωθεί τις επόμενες ώρες και το περιμένουν με λαχτάρα, με νοσταλγία, αλλά και με απορία, λες και θα το νιώσουν στο σώμα και στην καρδιά για πρώτη φορά κι ας το γνωρίζουν αιώνες.
Τα γκρίζα σύννεφα έγιναν τώρα ένα μεγάλο ασύμμετρο μαύρο καπέλο που σκέπασε το γαλάζιο του ουρανού, αφήνοντας κρεμασμένα στις άκρες του ελάχιστα μολυβένια ξέφτια… Το γλυκό εκείνο γαλάζιο που μας συντρόφευε τους μήνες του καλοκαιριού, στέλνοντας αισιόδοξα μηνύματα ελπίδας, χάθηκε.
Όμως και τα πουλιά χάθηκαν. Αργά και που ακούγεται σιγανή η συνομιλία τους μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων. Αλλά με φουσκωμένο το φτέρωμά τους, έγιναν σαν μπάλες, και έχουν κουρνιάσει σε προστατευμένα μέρη, το ένα δίπλα στο άλλο, πιστεύοντας ότι η συντροφικότητα και η προσέγγιση της στιγμής, θα διώξει μακριά έναν κίνδυνο που πλησιάζει απρόσκλητος και κυρίως απρόβλεπτος.
Τώρα φαίνεται ότι όλα είναι έτοιμα για τη μεγάλη στιγμή…
Η φύση ολοκλήρωσε την καινούρια ποιητική της εικόνα, χωρίς θορύβους και φωνές, χωρίς αντιλογίες και αντιπαλότητες.
Σεμνά, στοχαστικά, χωρίς κινήσεις πομπώδεις, με μια γλυκύτητα που δυναμώνει και ταυτόχρονα πληγώνει, άρχισε με τη μαγική της γραφίδα να ζωγραφίζει αργά-αργά, στέλνοντας δροσερές σταγόνες βροχής από τον ουρανό μέχρι το χώμα και συνθέτοντας το δικό της έργο.
Τούτη την ώρα η φύση μας διδάσκει, ευχαριστώντας τον Θεό με τη δική της σιγανή και γαλήνια προσευχή.
Είναι η πρώτη βροχή του φετινού φθινοπώρου και η αρχή μιας νέας προσωπικής πορείας για όλους.
Είναι η πρώτη σελίδα ενός βιβλίου που μόλις το είδαμε, χωρίς να γνωρίζουμε τι γράφει στα πολλά και χοντρά φύλλα του.
«Με την πρώτη σταγόνα της βροχής
Σκοτώθηκε το καλοκαίρι…
Μουσκέψαμε τα λόγια
που είχαν γεννήσει αστροφεγγιές…»
Έτσι έγραψε ο ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης.
Με την πρώτη σταγόνα της βροχής, και μετά από την αρχική μας ρομαντική συγκίνηση για τη θλίψη που φέρνει στο άρμα του το φθινόπωρο, ας πιστέψουμε ότι τίποτα δεν είναι αξεπέραστο και οι αντιξοότητες της ζωής «που μούσκεψαν τα λόγια που είχαν γεννήσει αστροφεγγιές..», ενδυναμώνουν το αόρατο μεγαλείο που κρύβουμε όλοι στο αθέατο βάθος της καρδιάς, νικώντας τις ακρότητες και της πιο σκληρής απόγνωσης.






































































































