Από την έντυπη έκδοση της εβδομαδιαίας Αμαρυσίας – 14/02/2026
Χρειάστηκαν σχεδόν τρία χρόνια και μια επίσκεψη στην Άγκυρα για να φτάσουμε από το «Μητσοτάκης γιοκ» στο «ο Κυριάκος ο φίλος μου» από τα χείλη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Αν μη τι άλλο, αυτό είναι το στιγμιότυπο που έμεινε περισσότερο από κάθε άλλο από τη συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο στην Άγκυρα, όπως και το μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη και η παραίνεσή του προς τον Ερντογάν να άρει η Τουρκία το casus belli για το Αιγαίο.
Και οι δυο ωστόσο συμφώνησαν ότι τα «ακανθώδη ζητήματα» που μας χωρίζουν δεν είναι εύκολο να επιλυθούν, οπότε το ερώτημα που μένει όπως μετά από κάθε τέτοια συνάντηση είναι αν βγαίνουμε ή όχι σοφότεροι και κερδισμένοι σε κάτι.
Η απάντηση είναι πως θεωρητικά τουλάχιστον επανέρχονται τα «ήρεμα νερά» ανάμεσα σε Αθήνα και Άγκυρα, παρά το γεγονός ότι οι γείτονες καραδοκούν ανά πάσα στιγμή και έχουν αποδείξει ότι δεν καταλαβαίνουν από συμφωνίες. Θετικό είναι επίσης -όπως υποστηρίζει και η κυβέρνηση και δήλωσε δημοσίως ο πρωθυπουργός- πως παραμένουν ανοικτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας και ότι γενικώς είναι καλύτερο να μιλάς παρά να γυρίζεις την πλάτη στον γείτονά σου. Όσες φορές υπήρξε άλλωστε δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα σε Αθήνα και Άγκυρα, οι εντάσεις είτε ήταν παροδικές είτε έλειψαν και αυτό κάνει σίγουρα τα πράγματα καλύτερα.
Οι σχέσεις ωστόσο των δύο χωρών θα πρέπει στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία να ειδωθούν και κάτω από ένα ακόμα πρίσμα: αυτό των γενικότερων αλλαγών που φέρνει στη γεωπολιτική σκακιέρα η αμερικανική πολιτική ή, καλύτερα, η προσωπική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ. Ελλάδα και Τουρκία -για διαφορετικούς λόγους- κάθε μια έχουν ανάγκη να μη μπουν στο στόχαστρο του Αμερικανού προέδρου, συνεπώς η λογική των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας ανάμεσα σε Αθήνα και Άγκυρα και η φαινομενική έστω ηρεμία στις σχέσεις τους, μπορεί μόνο ως θετικά να αποτιμηθεί από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.







































































































