Όλη η δόξα της Αθήνας –ο Παρθενώνας, το θέατρο του Διονύσου, τα Προπύλαια, η Ακαδημία του Πλάτωνα, οι τραγωδίες του Σοφοκλή και του Ευριπίδη, τα Πολιτικά του Αριστοτέλη, ακόμα και το επαναστατικό πείραμα της δημοκρατίας– έχει τις ρίζες της σε μία και μόνο δημόσια συνάντηση, όταν ένας ισχυρογνώμονας πολίτης, ο Θεμιστοκλής, εκφώνησε το 483 π.Χ. έναν λόγο, στην Εκκλησία του Δήμου, για πλοία και ασήμι.
Ο Θεμιστοκλής εκμεταλλεύεται την ανακάλυψη μιας νέας φλέβας στα αθηναϊκά αργυρωρυχεία του Λαυρίου και πείθει την Εκκλησία του Δήμου να επενδύσει αυτά τα έκτακτα έσοδα στην κατασκευή ενός στόλου. Ύστερα από δική του προτροπή, κατασκευάζονται 100 καινούργιες τριήρεις. Σε διάστημα τριών ετών, οι Αθηναίοι διαθέτουν πλέον έναν στόλο με 200 τριήρεις, τον μεγαλύτερο του τότε γνωστού ελληνικού κόσμου. Έτσι ο αθηναϊκός στόλος αντιμετωπίζει τους Πέρσες στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, έχει κυρίαρχο ρόλο στη Δηλιακή Συμμαχία και αποτελεί σημείο αναφοράς του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Ο χρυσούς Αιώνας της Αθήνας ήταν επίσης και η χρυσή εποχή της τριήρους.
Τα μεγαλειώδη μνημεία που έγιναν μάρτυρες της δύναμης της Αθήνας, εξακολουθούν να υπάρχουν. Η τριήρης όμως, χωρίς την οποία τίποτε από όλα αυτά δεν θα υπήρχε, ήταν πιο εύθραυστη και εξαφανίστηκε. Την κατάπιε η θάλασσα, την τσάκισαν τα εχθρικά έμβολα, ή ίσως σάπισε στις προβλήτες, μετά από ένδοξα κατορθώματα.
Η τριήρης ήταν ένα τορπιλόμορφο ξύλινο πλοίο και είχε μήκος 37 μέτρα από την άκρη του εμβόλου στην πλώρη μέχρι την κυρτή, ανοδική του πρύμνη. Η τριήρης ήταν τόσο μακρόστενη και η κατασκευή της τόσο ελαφριά, που έπρεπε να ενισχύεται με τεράστια χοντρά οριζόντια σχοινιά, από λινάρι, που περιέσφιγγαν στο σκαρί της λειτουργώντας σαν τένοντες. Όταν οι άνεμοι ήταν ευνοϊκοί, οι ναύτες ξεδίπλωναν το μεγάλο τετράγωνο πανί, αλλά η πρωταρχική κινητήριος δύναμη ήταν τα κουπιά. Η λέξη τριήρης σήμαινε «με τρία επίπεδα κωπηλατών», που επάνδρωναν 170 κωπηλάτες.
Οι κωπηλάτες μπορούσαν να ταξιδεύουν σταθερά με ταχύτητα 10 κόμβων για μια ολόκληρη μέρα, ταχύτητα που δεν είχε κανένα άλλο γνωστό τότε πλεούμενο. Στόχος της γρήγορης τριήρους στη μάχη ήταν να αχρηστέψει, να καταστρέψει ή να αιχμαλωτίσει ολόκληρα εχθρικά πλοία με ένα μόνο κάρφωμα, με το έμβολό της. Σε συμπλοκές ανάμεσα σε στόλους τριήρων, η δεξιότητα του πηδαλιούχου ήταν ζωτικής σημασίας για την επιτυχία. Οι Αθηναίοι τον αποκαλούσαν κυβερνήτη. Στις τριήρεις δε χρησιμοποιούσαν σιδερένια καρφιά ή καρφοβελόνες, το πλοίο είχε συναρμολογηθεί και ραφτεί με λινάρι. Το έμβολο ήταν ορειχάλκινο. Τα 200 κουπιά ανά πλοίο ήταν από ξύλο ελάτης. Οι 62 θρανίτες κωπηλάτες που κάθονταν στο πρώτο επίπεδο ήταν οι πιο προνομιούχοι. Στο εσωτερικό του κύτους και κάτω από αυτούς, ήταν τοποθετημένοι οι ξύλινοι πάγκοι των 54 ζύγιων κωπηλατών και των 54 θαλάμιων. Οι τελευταίοι πήραν το όνομά τους από το θάλαμο, το αμπάρι του πλοίου, αφού ήταν χωμένοι βαθιά μέσα σε αυτόν, λιγάκι πάνω από την ίσαλο γραμμή.
Οι 100 καινούργιες τριήρεις που έφτιαξαν οι Αθηναίοι απαιτούσαν 17.000 κωπηλάτες (η Αθήνα διέθετε ήδη στόλο 70 πλοίων) και ο Θεμιστοκλής στρατολόγησε τους πολίτες των κατώτερων τάξεων, τους θήτες. Ο Πάραλος ήταν η ναυαρχίδα ολόκληρου του Ναυτικού. Οι κωπηλάτες στα πολεμικά πλοία της Αθήνας δεν ήταν σκλάβοι, αλυσοδεμένοι στα κουπιά τους. Οι κωπηλάτες ήταν ελεύθεροι άνθρωποι. Ήταν άνθρωποι υπερήφανοι για το Ναυτικό τους και έβλεπαν θετικά τον σταθερό μισθό και την πολιτική ισονομία που τους προσέφερε η θητεία τους σε αυτό. Οι εύποροι Αθηναίοι αναλάμβαναν εκ περιτροπής να υπηρετήσουν ως «τριήραρχοι» (διοικητές τριήρους), παρέχοντας τον εξοπλισμό και υπηρετώντας ως καπετάνιοι για όσο τα πλοία βρίσκονταν στη θάλασσα. Οι χρηματικές τους εισφορές στο στόλο ήταν ο φόρος που απαιτούσε από αυτούς η δημοκρατική πλειοψηφία.