Όταν το 2008 ξεκινούσε η παγκόσμια ύφεση, η ελληνική οικονομία είχε να κάνει με υψηλό δημόσιο χρέος, μεγάλο εμπορικό έλλειμμα, υπερτροφικό δημόσιο τομέα, μαχητικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, μιας περονιστική κουλτούρα του τύπου «μας χρωστάτε», εκτεταμένη διαφθορά, ανισοκατανομή των φορολογικών βαρών, την εφησυχασμένη επιστασία της Ε.Ε., ένα υπερτιμημένο νόμισμα, προσδοκίες ανόδου του βιοτικού επιπέδου από πλευράς καταναλωτών και μια συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ που βασιζόταν σε ανακριβή στοιχεία….
Ο συγγραφέας, Ιάσων Μανωλόπουλος, δεν «χαϊδεύει τα αυτιά » του αναγνώστη. Το βιβλίο δεν είναι γραμμένο από κάποιον αντικαπιταλιστή ή πολέμιο της ελεύθερης αγοράς. Κάθε άλλο.
Το βιβλίο αυτό θα διηγηθεί την ιστορία μιας διεθνούς οικονομικής κρίσης, στην οποία μια μικρή χώρα έπαιξε έναν αποφασιστικό ρόλο. Ο συγγραφέας βασίζει την ανάλυσή του στον τριπλό άξονα: Ελληνικές κυβερνήσεις, ευρωπαϊκές ηγεσίες και παράγοντες διεθνών αγορών στους οποίους αποδίδει ευθύνες για τον εκτροχιασμό των δημοσιονομικών αλλά και εν γένει της ελληνικής οικονομίας τις τελευταίες δεκαετίες.
Το ενδιαφέρον στο βιβλίο είναι η λεπτομερής καταγραφή όσων προηγήθηκαν.
Ο συγγραφέας αναλύει τη φύση και τη δομή της ελληνικής οικονομίας. Με χρήση επίσημων στοιχείων και εκθέσεων αλλά χωρίς εύκολους αφορισμούς αποκαλύπτει την ακτινογραφία μιας οικονομίας που δεν αποτιμάται μόνο με βάση το ΑΕΠ και τα ισοζύγια αλλά και με το φακελάκι, τη μίζα, το βόλεμα και ασφαλώς το τέρας της γραφειοκρατίας. Παράλληλα εκτίθεται ένα χρονικό της «αμεριμνησίας» των ευρωπαίων αξιωματούχων που από την αρχή της δημιουργίας του ευρώ διαβεβαίωναν εαυτούς και αλλήλους ότι «δεν υπάρχει πρόβλημα με την Ελλάδα» προκειμένου να συντηρούν το «μύθο» της σύγκλισης των ευρωπαϊκών οικονομιών!
Ο συγγραφέας θυμίζει ότι η Ελλάδα δεν ήταν ούτε η μόνη ούτε η πρώτη χώρα που παραβίασε τα δημοσιονομικά κριτήρια του Μάαστριχ. Επίσης μας θυμίζει το «θαύμα των 18 μηνών» (Νοέμβριος 1999 – Απρίλιος 2000) τότε που η Ελλάδα πέτυχε τους στόχους που δεν είχε πλησιάσει επί χρόνια!
Ο συγγραφέας προσδιορίζει τις αιτίες της «λεηλασίας» της χώρας με 7 αριθμούς:
20.000: ο αριθμός των αποβιωσάντων ηλικίας πάνω από 100 ετών , που συνεχίζει να λαμβάνουν σύνταξη.
768.009: ο συνολικός αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων.
11 δισεκατομμύρια δολάρια: τελικό κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 2004, διπλάσιο του αρχικού προϋπολογισμού.
30 εκατομμύρια ευρώ: οι τραπεζικές καταθέσεις ενός και μόνο Έλληνα γιατρού.
324 : ο αριθμός ιδιοκτητών κατοικιών στα βόρεια προάστια της Αθήνας που δήλωσαν στην εφορία ότι έχουν πισίνα.
16.974: πισίνες που εντοπίστηκαν με αεροφωτογραφίες μέσω δορυφόρου σε κατοικίες των βορείων προαστίων της Αθήνας.
53: τα χρόνια που πέρασαν από τότε που αποστραγγίστηκε η λίμνη Κωπαΐδα. Λειτουργεί όμως ακόμα γραφείο διαχείρισης των υποθέσεων της λίμνης, που στελεχώνεται από 30 δημοτικούς υπαλλήλους σε βάση πλήρους απασχόλησης…
Κανένας από αυτούς τους αριθμούς δεν αφορά τη λεγόμενη «μεγάλη διαφθορά», όχι διότι δεν υπάρχει, απεναντίας , καταλαμβάνει περίοπτη θέση στην ανάλυση από τον συγγραφέα των μηχανισμών, που έριξε τη χώρα έξω. Οι αριθμοί όμως τους οποίους επιλέγει αφορούν τα πολλά «μικρά πλιάτσικα», την ατιμωρησία , που από τους «μεγάλους» και «ανώνυμους» μεταφέρθηκε σαν προνόμιο στους «μικρούς» και «ανώνυμους», εντέλει δηλαδή σε όλους.
«Μετά από αυτή την κλεπτοκρατία και τη σπατάλη σε βιομηχανική κλίμακα τι απομένει;» αναρωτιέται.
Το καλό με την Ελλάδα είναι ότι γνωριζόμαστε όλοι. Είναι μικρή χώρα και μικρές οι πόλεις μας. Ξέρουμε τι δουλειά κάνει ο άλλος, πώς πρόκοψε τόσο γρήγορα, πώς διορίστηκε η γυναίκα του ή το παιδί του στο Δημόσιο, πώς έκτισε τα ο αυθαίρετο, πώς αγόρασε, αν και υπάλληλος, το Καγιέν, πώς πήραν κάποιοι τις επιδοτήσεις και τι τις έκαναν, πώς ταξιδεύει δυο και τρεις φορές το χρόνο στο Λονδίνο, στη Ρώμη και στο Παρίσι για ψώνια και να ξεσκάσει.
Αναρωτιέται και απαντά ο συγγραφέας:






































































































