Τοξική διάσταση
Μια βαθύτερη όμως εξέταση του θέματος αποδεικνύει ότι το όλο πρόβλημα έχει δημιουργηθεί, ακριβώς, από την τοξική διάσταση που πήρε το αντικείμενο σαν απάντηση και αποφυγή της αναμονής μπροστά σε μία επιτακτική και ακόρεστη επιθυμία.
Οι στατιστικές μελέτες δείχνουν μία άμεση σύνδεση των αυξημένων παθολογιών διατροφής (βουλιμία – ανορεξία) και εξάρτησης (ναρκωτικά) και καταναλωτικής αφθονίας των κοινωνιών. Επίσης για πολλούς μελετητές η καταναλωτική αφθονία φαίνεται να διευκολύνει την κεντρική θέση που παίρνει το αντικείμενο στην εύκολη και γρήγορη απάντηση, για την αντιμετώπιση κάθε υποκειμενικής δυσκολίας ικανοποίησης μιας επιτακτικής επιθυμίας του ίδιου του ατόμου ή του συνεταίρου της σχέσης του.
Το πιο τυπικό παράδειγμα είναι η γρήγορη εισαγωγή κάποιου πράγματος (διατροφής, πιπίλας κ.λπ.) στο στόμα του μωρού, μόλις αυτό αρχίζει να κλαίει, γεμίζοντας με αυτόν τον τρόπο το κενό, που εκφράζει μια έλλειψη και αναμονή κατανοητικής απάντησης, όχι υποχρεωτικά αισθησιακής.
Φαντασιώσεις
Το συγκεκριμένο κενό «γεμίζει» φυσιολογικά από εσωτερικές αναπαραστάσεις, μνήμες, φαντασιώσεις και ονειρικές προβολές που κάνει ο άνθρωπος πάνω στους συν – εταίρους του.
H αποφυγή του κενού που εκφράζει την έλλειψη, φαίνεται να είναι η κύρια διάσταση που η ψευδαισθητική χρήση του αντικειμένου έρχεται να καλύψει.
Η παρουσία της διάστασης αυτής στην ψυχική λειτουργία πολλών ατόμων δείχνει τη βαθύτερη ενότητα των παθολογικών συμπεριφορών της βουλιμίας – ανορεξίας και της εξάρτησης από διάφορα προϊόντα (ναρκωτικά κ.λπ.).
Τελικά ή κεντρική θέση που παίρνει το αντικείμενο σε αυτές τις σχέσεις, έχει τόσο βαρύνουσα σημασία, που η «ψυχολογία» του επιβάλλεται στο υποκείμενο. Αυτή η αναστροφή επιρροών μελετήθηκε ιδιαίτερα από τους στοχαστές Deleuze και Guattari, οι οποίοι μίλησαν για τις «επιθυμούσες μηχανές», για να τονίσουν ότι το ανθρώπινο υποκείμενο «επιθυμείται» κατά κάποιο τρόπο από το αντικείμενο, με συνέπεια να χάνει κάθε αυτονομία σκέψης και κριτικής.
Πέρα και πίσω από τη φιλοσοφική αυτή θεώρηση προσωπικές κλινικές εμπειρίες, τόσο με μωρά όσο και με εφήβους ή και ενήλικες που αποφεύγουν το ψυχικό κενό με την αισθησιακή χρήση του αντικειμένου, οδηγούν στις εξής διαπιστώσεις: ο αυτοερεθισμός των αισθήσεων έχει στην αρχή μια αυτοερωτική λειτουργία, με την έννοια ότι επιτρέπει στο άτομο να περιμένει την απάντηση του άλλου – μέλους της σχέσης ψευδαισθανόμενος την παρουσία του μέσα στην αίσθηση.
Η επανάληψη όμως και η προέκταση του αισθησιακού ερεθισμού του αφαιρεί σιγά-σιγά το αυτό – ερωτικό στοιχείο και από αυτ(ερω)τικός γίνεται αυτιστικός, δηλαδή το άτομο δεν περιμένει πλέον την απάντηση κανενός, καθώς βρίσκεται σε ένα διαρκή αισθησιακό κορεσμό, με συνέπεια να χάνεται η ερωτική διάσταση που εμπεριέχεται στην επιθυμία και στην αναμονή που απευθύνεται στον άλλο.
Ο περιορισμένος χώρος του κειμένου δεν επιτρέπει την περιγραφή της διαδικασίας που οδηγεί στη συγκεκριμένη απώλεια, ως και των εφαρμοζόμενων μεθόδων θεραπείας, ακόμη και σε νήπια που καταφεύγουν σε αυτοερεθισμούς, αποφεύγοντας με αυτό τον τρόπο να απευθύνουν στους γονείς τους τις συναισθηματικές ανάγκες τους.
«Αισθησιακή γλώσσα»
Η «αισθησιακή γλώσσα» που αναπτύσσεται κατ’ αυτό τον τρόπο έχει την τάση να αυτονομείται, σε αντίθεση με την έκφραση μέσω της ομιλίας, που προϋποθέτει πάντα ένα συνομιλητή. Το άτομο φτωχαίνει ψυχικά καθώς χάνει σιγά – σιγά τη χρήση του χαρακτηριστικότερου στοιχείου της ανθρώπινης διάστασης: της (συν)ομιλίας.
Τελικά η κύρια τάση της «αισθησιακής γλώσσας» μπορεί να πάρει κεντρική θέση στη λειτουργία του ατόμου, οδηγώντας το στην απόλυτη απομόνωση με την αίσθηση ότι δεν του λείπει τίποτα!
Σε αντίθεση με τα άλλα ζώα που χρειάζονται μόνο την τροφή τους για την επιβίωση, ο σύγχρονος άνθρωπος απαιτεί και μάλιστα άμεσα, ότι κυκλοφορεί στην Αγορά, ίσως γιατί με την άμεση ικανοποίηση των ετεροπροσδιοριζόμενων αναγκών του να αισθάνεται για λίγο κάπως καλύτερα (είμαι στα πάνω μου).
Με άλλα λόγια ο σύγχρονος βουλιμικός άνθρωπος μοιάζει τόσο με το βρέφος που μη υποφέροντας την αναμονή αναζητά υποκατάστατο («πιπίλα»), όσο και με το μικρό κακομαθημένο παιδί που ζητά από τους γονείς του κλαίγοντας εδώ και τώρα, όλα τα παιχνίδια που βλέπει στο κατάστημα παιχνιδιών.
Η προηγούμενη ανάλυση οδηγεί στο προφανές ερώτημα: Γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος έγινε περισσότερο βουλιμικός από τους συνανθρώπους του άλλων εποχών; Ας τολμήσουμε μια απάντηση με στοιχεία από το σύγχρονο οικονομικο – κοινωνικό περιβάλλον.
Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και ακόμη εντονότερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες σε όλες τις χώρες κυριάρχησε το ιδεώδες της οικονομικής ανάπτυξης με την έννοια της οικονομικής μεγέθυνσης (growth) και όχι της ποιοτικής ανάπτυξης (development).
Σε αντίθεση με τις άλλες αξίες το ιδεώδες της οικονομικής μεγέθυνσης δεν μπορεί να προδώσει τους θιασώτες του παρά μόνο μέσα από τη μη επίτευξή του. Η ατέρμων αύξηση της συλλογικής ευημερίας είναι εξ ορισμού ωφέλιμη σε όλους. Κατά συνέπεια για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία, η κοινωνία αποδέχεται ένα αξιακό ιδεώδες, το οποίο ενώ αναδεικνύεται ως το κύριο αντικείμενο της πολιτικής παρέμβασης και διαχείρισης εμφανίζεται ταυτόχρονα ως κείμενο προ και πέραν της πολιτικής.
Η οικονομική ανάπτυξη με κινητήρια δύναμη την απεριόριστη αύξηση των αναγκών του ανθρώπου, εμφανίζεται πλέον ως αυταξία.
Tο σύστημα στα αρχικά του στάδια χρειαζόταν την πρωταρχική συσσώρευση και τα άτομα με την κατάλληλη συμπεριφορά για να την προωθήσουν, ενώ στην σύγχρονη εποχή για να επιβιώσει και να αναπαραχθεί χρειάζεται την απεριόριστη αύξηση των αναγκών του ανθρώπου και την άμεση ικανοποίησή τους. Επίσης η επιβίωση και αναπαραγωγή των προγενέστερων του συστήματος της Αγοράς οικονομικο – κοινωνικών συστημάτων ήταν δυνατή και χωρίς το ιδεώδες της οικονομικής ανάπτυξης και της απεριόριστης αύξησης των αναγκών, της παραγωγής και της κατανάλωσης.



































































































