Βρισκόμαστε στη Λαμία, την όμορφη και ιστορική πόλη της Ρούμελης, στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Σε κεντρική οδό της πόλης, που ενώνει δύο από τις τέσσερις πλατείες της, έχουν τα μαγαζιά τους δίπλα – δίπλα δύο Λαμιώτες έμποροι. Ο κύριος Γιώργος διατηρεί κατάστημα πώλησης ετοίμων ενδυμάτων και ο κύριος Θόδωρος κατάστημα με είδη κιγκαλερίας.
Οι δύο έμποροι, που είναι στην ίδια περίπου ηλικία, είναι φίλοι και έχουν οικογενειακές σχέσεις. Τα μεγαλύτερα παιδιά και των δύο είναι αγόρια, ακριβώς της ίδιας ηλικίας, μαθητές Λυκείου. Στο σημείο αυτό όμως σταματούν οι ομοιότητες και αρχίζουν οι διαφορές: Ο Νίκος, ο γιος του κυρίου Γιώργου είναι άριστος μαθητής, ενώ ο Θανάσης, ο γιος του κυρίου Θόδωρου από τους τελευταίους. Ο Νίκος σημαιοφόρος στην Γ’ Γυμνασίου, ο Θανάσης μεταξεταστέος σε τρία μαθήματα, ο Νίκος βραβεία από τη Μαθηματική Εταιρία και τη Σκακιστική Ομοσπονδία, ο Θανάσης πολύ καλός στο μπιλιάρδο, το ποδοσφαιράκι και το γκομενελίκι.
Ο κύριος Θόδωρος είχε κάνει τα πάντα για να μπορέσει ο κανακάρης του να πάρει μπρος. Τι ιδιαίτερα μαθήματα με τους καλύτερους καθηγητές της πόλης, τι ποδήλατα και αργότερα αυτοκίνητο τού έταξε, τι φοβέρες και απειλές του απηύθυνε, τελικά δεν κατάφερε τίποτα. Ο Θανάσης περνούσε τις τάξεις, άλλοτε απειλώντας τους καθηγητές και άλλοτε με τις γνωριμίες και τα παρακάλια του κυρίου Θόδωρου, μέσω κοινών φίλων προς αυτούς. Ο καημός του κυρίου Θόδωρου συνέχεια μεγάλωνε και ανακατευόταν με συναισθήματα θυμού, ζήλιας και φθόνου, όταν έβλεπε τον γιο του φίλου του να περνάει καμαρωτός – καμαρωτός στην παρέλαση, κρατώντας τη σημαία του 6ου Λυκείου Λαμίας. Ο κύριος Θόδωρος ήταν αγωνιστής, ό,τι είχε πετύχει στη ζωή του το είχε καταφέρει μετά από σκληρό αγώνα, δεν το έβαζε εύκολα κάτω και ενώ όλοι οι φίλοι και οι συγγενείς του έλεγαν να κρατήσει τον Θανάση στο μαγαζί ή να τον στείλει να μάθει κάποια τέχνη, όταν έμαθε ότι ο Νίκος, ο γιος του φίλου του, θα σπούδαζε γιατρός, αποφάσισε να κάνει την υπέρβαση και να «τα δώσει όλα» για να σπουδάσει γιατρός και ο δικός του γιος. Ο Θανάσης δεν είχε καμιά αντίρρηση, μέσα του σκεφτόταν ότι θα συνέχιζε τη ρέμπελη ζωή του για κάμποσα ακόμη χρόνια.
Ο Νίκος πέρασε στην Ιατρική Αθηνών από τους πρώτους και ο Θανάσης έφυγε για να σπουδάσει Ιατρική στη Ρουμανία. Ο Νίκος πήγαινε από επιτυχία σε επιτυχία: υποτροφίες, διακρίσεις, ερευνητικά προγράμματα, άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά κύρους, διδακτορικό με άριστα και στο τέλος ένας από τους καθηγητές του στην Ιατρική τον πήρε μαζί του σε πανεπιστήμιο της Αγγλίας, για να κάνει την ειδικότητά του στη νευροχειρουργική.
Ο Θανάσης πήγαινε από «λαμογιά» σε «λαμογιά»: λαδώματα σε καθηγητές, λαδώματα σε υπαλλήλους της Γραμματείας του Πανεπιστημίου, μεταφορά μαθημάτων σε… βολικά πανεπιστήμια και καθηγητές, στο τέλος όμως τα κατάφερε και γύρισε θριαμβευτής από τη Ρουμανία με το χαρτί της Ιατρικής στο χέρι.
Στην Ελλάδα όμως ανέκυψε νέος κίνδυνος αναίρεσης του ονείρου με το όνομα ΔΙΚΑΤΣΑ. Εδώ ανέλαβε δράση ο κύριος Θόδωρος, που είχε εξελιχθεί στο μεταξύ σε σημαντικό τοπικό στέλεχος κόμματος εξουσίας. Μέσω κομματικών διασυνδέσεων βρήκε «άκρες» στο ΔΙΚΑΤΣΑ και το χαρτί του Θόδωρου αναγνωρίστηκε. Την άλλη μέρα, πατέρας και γιος κόλλησαν με καμάρι στο μπαρμπρίζ του αυτοκινήτου τους το πράσινο σηματάκι με το σταυρό και το φίδι και το βράδυ σε γνωστό κοσμικό κέντρο της Λαμίας, παρέα με συγγενείς και φίλους, το έκαψαν… Η νίκη ήταν δική τους, το απόλυτο όνειρο κάθε μικρομεσαίας ελληνικής οικογένειας, ένα πτυχίο Ιατρικής για το παιδί, είχε γίνει πραγματικότητα, χαλάλι ο κόπος, ο πόνος, τα χρήματα….
Η ζωή ακολούθησε την προδιαγεγραμμένη πορεία της. Ο Νίκος, ο γιος του κυρίου Γιώργου έγινε ένας πετυχημένος νευροχειρουργός με διεθνείς διακρίσεις και μετά την καριέρα του στο εξωτερικό, διορίστηκε αξιοκρατικά ως διευθυντής της νευροχειρουργικής κλινικής μεγάλου Νοσοκομείου της Αθήνας. Είχε διαμορφώσει μια φιλοσοφία ζωής, σύμφωνα με την οποία η επιστήμη του τον ενδιέφερε περισσότερο από τα χρήματα, γι’ αυτό ζούσε μόνο με τον μισθό του ΕΣΥ, δεν έπαιρνε «φακελάκι», δεν έκανε εγχειρήσεις που δεν χρειάζονταν, δεν συνταγογραφούσε μη απαραίτητα φάρμακα και εξετάσεις.
Ο Θανάσης, ο γιος του κυρίου Θόδωρου, με τη βοήθεια του κόμματος διορίστηκε παθολόγος στο ΙΚΑ και το όνειρό του να γίνει πλούσιος, άρχισε σιγά – σιγά να γίνεται πραγματικότητα. Πολύ γρήγορα βρήκε «άκρες» με τους ιατρικούς επισκέπτες και τους υπεύθυνους πωλήσεων μεγάλων πολυεθνικών φαρμακευτικών εταιριών και με αρκετούς φαρμακοποιούς της περιοχής του. Συνταγογραφούσε με το αζημίωτο και μέσω μαζικών διαδικασιών προσκόμισης βιβλιαρίων ασθενείας, μη απαραίτητα φάρμακα και εξετάσεις και έτσι κατάφερε να αγοράσει πρώτα τζιπ, μετά μεζονέτα στην Εκάλη και τελευταία ένα κότερο από δεύτερο χέρι, αλλά σε πολύ καλή κατάσταση. Ταυτόχρονα σταδιοδρόμησε στον συνδικαλιστικό τομέα, όπου αναδείχτηκε σε σημαντικό στέλεχος της ΕΙΝΑΠ. Ο κύριος Θόδωρος καμάρωνε για την προκοπή του γιου του, που είχε αρχίσει να γίνεται και επώνυμος και στο καφενείο κέρναγε συνέχεια του φίλους του για τις επιτυχίες του.
Τα χρόνια πέρασαν, βρισκόμαστε στην άνοιξη του 2010, η χώρα ταλανίζεται από τη μεγάλη οικονομική κρίση, το ΕΣΥ πάει κατά διαόλου και στα πλαίσια της αναδιάρθρωσής του για τον περιορισμό της σπατάλης, έχει συσταθεί από το Υπουργείο Υγείας επιτροπή, στην οποία συμμετέχουν όλοι οι αρμόδιοι φορείς. Ως εκπρόσωπος του Υπουργείου έχει οριστεί ο Νίκος, ως εκπρόσωπος της ΕΙΝΑΠ ο Θανάσης. Μετά από πολλά χρόνια, οι παλιοί συμμαθητές ξανασμίγουν και στα διαλείμματα των συνεδριάσεων της επιτροπής θυμούνται τα μαθητικά τους χρόνια, τους γονείς τους, την πόλη τους. Ο Θανάσης προτείνει στον Νίκο να συναντηθούν στο σπίτι του στην Εκάλη και όταν φτιάξει ο καιρός να πάνε μια μικρή κρουαζιέρα στα κοντινά νησιά με το κότερό του. Ο Νίκος που γνώριζε από τον πατέρα του και από φίλους του γιατρούς την πορεία ζωής του Θανάση, αρνήθηκε ευγενικά. Μετά το τέλος των συνεδριάσεων της επιτροπής και την υποβολή του πορίσματος προς τον Υπουργό, οι δυο παλιοί συμμαθητές χώρισαν για πάντα, ακολουθώντας ο καθένας τον δικό του προδιαγεγραμμένο δρόμο.
Η μικρή ιστορία μας θα μπορούσε να τελειώσει εδώ, αλλά ξαφνικά πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα να δω τα πράγματα από μια διαφορετική σκοπιά. Ειδικότερα, τι θα άλλαζε σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο και σε βάθος χρόνου, αν το ελληνικό ναρκισσιστικό πάθος του κυρίου Θόδωρου δεν τον ωθούσε να κάνει την… υπέρβαση, αλλά αντίθετα αποδεχόμενος την ανεπάρκεια του γιου του στα γράμματα, τον έστελνε μόλις τέλειωνε την Γ’ Γυμνασίου κοντά σ’ έναν τεχνίτη, να μάθει την τέχνη του υδραυλικού;
Πρώτα σε ατομικό επίπεδο ο κύριος Θόδωρος και ο Θανάσης δεν θα είχαν υποστεί την τεράστια ψυχική πίεση που υπέστησαν και θα περνούσαν μια πιο ήρεμη ζωή, μη ξοδεύοντας ταυτόχρονα και ένα μεγάλο τμήμα της περιουσίας τους. Σε κοινωνικό επίπεδο, ένα μεγάλο σύνολο ανθρώπων –καθηγητές όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων της Ελλάδας και της Ρουμανίας, υπάλληλοι διαφόρων κρατικών φορέων της Ελλάδας και της Ρουμανίας, πολιτικοί του κόμματος εξουσίας στην Ελλάδα– θα είχαν διαφθαρεί λιγότερο, λόγω άσκησης μικρότερης πίεσης. Η χώρα, αν και άλλοι κύριοι Θόδωροι δεν είχαν κάνει την… υπέρβαση, θα είχε πολύ λιγότερους γιατρούς –έχουμε τους περισσότερους γιατρούς στην Ευρώπη σε αναλογία με τον πληθυσμό– μικρότερη σπατάλη στις ιατρικές δαπάνες, μικρότερη φοροδιαφυγή, μικρότερο έλλειμμα προϋπολογισμού και ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, μικρότερο δημόσιο χρέος και -αντίθετα- περισσότερους τεχνίτες χειρωνακτικών εργασιών και λιγότερους μετανάστες.
Τελικά, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, ότι το έντονο ναρκισσιστικό πάθος του κυρίου Θόδωρου να είναι ο πρώτος και μέσω του γιου του, ως προέκταση του εγώ του, και γενικά το έντονο ναρκισσιστικό πάθος όλων των Θόδωρων της Ελλάδας, έχει σχέση με την παρούσα οικτρή οικονομική κατάσταση της χώρας; Και αν είναι έτσι, τι θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην πορεία αυτού του καταστρεπτικού πάθους; Η λογική, η πολιτική, οι νόμοι; Ή μήπως ως προερχόμενο από τα βάθη του εθνικού ασυνείδητου είναι πολύ ισχυρότερο από τη λογική και τις παραφυάδες της και τίποτα δεν μπορεί να το σταματήσει;
Δημήτρης Σουλιώτης





































































































