Χωρίς… Γνώση, Επίγνωση, Ευαισθησία… Έχω την εντύπωση, πως το ωραιότερο, το σημαντικότερο και πλέον ενδιαφέρον… «βιβλίο» που αφορά στον κάθε Τόπο, είναι εκείνο το άγραφο. Αυτό, στου οποίου την κάθε «σελίδα» θα βρεις τις ζωντανές μαρτυρίες των γηγενών κατοίκων του. Των ανθρώπων, των οποίων οι «ιστορίες» από την προγονική μυθοπλασία και από την βιωμένη πραγματικότητα. Από τα ήθη και τα έθιμα.
ΤοποΓράφει η Θέμις Μαυραντή
Τους θρύλους και τις παραδόσεις, αλλά και οι ιστορίες που αφορούν σε μιαν άλλη καθημερινότητα, έναν διαφορετικό τρόπο ζωής -με αλλιώτικους ήχους, εικόνες, συμπεριφορές, ενασχολήσεις, αναζητήσεις, αξίες και αισθητική- θα έπρεπε να καταγράφονται και να αποτελούν «προστατευόμενο είδος» των φορέων Παιδείας και Πολιτισμού. Των φορέων που έχουν ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ να οδηγούν τα πλήθη των ανθρώπων στην κοινωνία των Πολιτών. Με Γνώση, με Επίγνωση, με Ευαισθησία.
Από αυτήν την οπτική γωνία, προσπαθώ να συναρμολογήσω το «ζωντανό βιβλίο» του Μαρουσιού, κι ο νους μου πάει σε πολλούς συμπολίτες μας, που έφυγαν από κοντά μας, παίρνοντας μαζί τους, πολύτιμα αποθησαυρίσματα της ζωής κι έτσι, ένας μεγάλος πλούτος «χάθηκε» σαν το νερό της βροχής, στους υπονόμους των ομβρίων. Πολλοί από αυτούς άφησαν ψήγματα από το θησαυρό της μνήμης τους, όπως ο Γιάννης Μπουλμπάσης, ο Τάκης Πολιτόπουλος, η Ευτυχία Λούη, ο Ανδρέας Ζαγκλής, ο Νίκος Αιγινήτης. Ευτυχώς υπάρχουν -και να’ ναι καλά να συνεχίζουν- κι άλλοι, όπως η ποιήτρια Λίτσα Παπαζαχαροπούλου, ο Δημήτρης Μασούρης ο οποίος μόνος του είναι ένα χρυσωρυχείο.
Τα χρόνια περνούν και το «Ζωντανό βιβλίο» του Μαρουσιού έχει χάσει πολύτιμες «σελίδες», που θα μπορούσαν να πλουτίζουν τις γνώσεις μας και να υποδαυλίζουν την Αγάπη μας γι αυτόν τον Τόπο, μα δεν στάθηκε δυνατό. Η μαγνητοφώνηση τέτοιου υλικού, ουδέποτε επιδιώχθηκε από φορέα του Δήμου. Ένα υλικό, που μαζί με τις γραπτές αφηγήσεις, τα έγγραφα ντοκουμέντα και φωτογραφίες, θα συνέθεταν μία «Δημοτική Βιβλιοθήκη Αμαρουσίου» ΠΡΟΤΥΠΟ!…
Ανθρώπινη «σελίδα» η οποία μοιάζει να ξεχάστηκε -ενώ δεν θα έπρεπε- ήταν κι ο Γιάννης Ιωάννου. Άνθρωπος με βαθύ στοχασμό, χωρίς φανφάρες και κωδωνοκρούσματα. Σεμνός, εναγώνιος ιχνηλάτης της Συμπαντικής Αλήθειας και προσκυνητής της Του Θεού Σοφίας. Ασχολήθηκε με την κεραμική τέχνη, επιδόθηκε μαζί με το ζεύγος Πετροχείλου στην εξερεύνηση σπηλαίων. Οργάνωσε και επιμελήθηκε επί σειρά ετών την έκδοση του περιοδικού «Κεραμικά Χρονικά». Κατέγραψε το έξοχο έργο της κεραμίστριας Ήρας Τριανταφυλλίδη, άφησε πίσω του ένα σημαντικό συγγραφικό έργο και ένα αξιόλογο Αρχείο Γνώσης και για την Κεραμική, αλλά και για άλλα θέματα που τον ενδιέφεραν. Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. του «Σπαθάρειου Μουσείου Θεάτρου Σκιών Δήμου Αμαρουσίου». Μα πάνω απ’ όλα, ο Γιάννης Ιωάννου, στάθηκε με ανιδιοτελή αγάπη στο Μαρούσι.
Κι όμως οι άνθρωποι του τόπου μας -που έχουμε μάθει να «τρώμε» ο ένας τον άλλον με διάφορες αφορμές και για διάφορους λόγους- τον απαξίωσαν κι αυτόν έτσι, που το δρομάκι των 200 μέτρων όπου βρίσκεται το σπίτι-μουσείο-εργαστήρι του κατέστη αδύνατο να πάρει το όνομά του. Κι αν ενθέτω το παράδειγμα του Γιάννη Ιωάννου, στις περί «ζωντανού βιβλίου» σκέψεις μου, είναι για να πω, πόσο εύκολα, πόσο αβασάνιστα, πόσο αδιάφορα και με την αχαριστία στο μάτι, ξεπερνάμε ανθρώπους που κατέθεσαν το λιθαράκι τους στο στόλισμα του Τόπου μας, ρίχνοντάς τους βορά στη λήθη.
Εάν επαναλάβω πως Χωρίς… Γνώση, Επίγνωση, Ευαισθησία, θα ξεχάσουμε και τ’ όνομά μας και: «Λαός χωρίς μνήμη είναι καταδικασμένος να χαθεί». Θα βγει τίποτα;…






































































































