Συνήθεια σεμνή και σεβαστή παράδοση ισχύει από πολλούς αιώνες να τιμάται η τριακοστή Ιανουαρίου –και εκτός των τριών χωριστών ημερών εορτής για τον καθένα, που θέσπισε η Χριστιανική Ορθόδοξη Εκκλησία– η μνήμη του Βασιλείου του Μεγάλου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Αυτών των μεγάλων ουρανοφαντόρων Ιεραρχών, «των τριών μεγίστων φωστήρων της τρισηλίου θεότητος».
Γράφει ο Δημήτρης Mασούρης
Η γιορτή στη μνήμη τους καθιερώθηκε να γιορτάζεται επίσημα από την εκκλησία στα τέλη του 11ου αιώνα στο Βυζάντιο επί αυτοκράτορος Αλεξίου Κομνηνού. Όμως στον ελλαδικό χώρο μετά την απελευθέρωση (1821) και κυρίως μετά απ’ αυτήν, ορίστηκε και ως εορτή των ελληνικών γραμμάτων (1842) από τη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου Αθηνών και επεκτάθηκε αργότερα στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ενώ από το έτος 1952 εισηγήθηκαν οι ταγοί της Πολιτείας στα κείμενα του ελληνικού συντάγματος η εκπαίδευση της χώρας μας να διαπνέεται από τις αιώνιες αξίες των Ελληνοχριστιανικών Ιδανικών.
Οι Τρεις Ιεράρχες συνέδεσαν άρρηκτα το χριστιανικό ιδεώδες στις διδαχές τους με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα. Και είναι βέβαιο ότι περισσότερο από κάθε άλλο ιερωμένο ή λαϊκό της χιλιετούς βυζαντινής περιόδου, οι τρεις αυτοί μεγάλοι άνδρες είχαν συντελέσει στη σύνδεση του αρχαίου ελληνικού με το χριστιανικό πνεύμα, γιατί αυτοί είχαν τη φωτοδότρα έμπνευση πνευματικού φωτός να μεταφέρουν αυτό, που λάνθανε πιεζόμενο από πλείστες προκαταλήψεις αιρέσεων ως εθνικό –δηλ. ειδωλολατρικό– στους χρόνους τους. Αυτό το πνευματικό φως, που έλαμπε μη δυνάμενο να σκιαστεί, αυτοί έφεραν στο προσκήνιο. Έδειξαν πρώτοι πως η διδασκαλία των μεγάλων αρχαίων φιλοσόφων, ιδιαίτερα η σωκρατική ηθική και η πλατωνική ιδεοκρατία, δεν ήταν αντίθετες προς το χριστιανικό κήρυγμα και τη χριστιανική φιλοσοφία.
Μία ολόκληρη πενταετία (351-356 μ.Χ.) ο Μέγας Βασίλειος είχε φοιτήσει στις φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας, που λειτουργούσαν άριστα μέχρι τα μέσα του τετάρτου μ.Χ. αιώνα και δίδασκαν οι περίφημοι φιλόσοφοι Διόφαντος, Ιμέριος και Προαιρέσιος. Στην Αθήνα είχε συσπουδαστή το φίλο του Γρηγόριο το Ναζιανζηνό και τον ηγεμονόπαιδα Ιουλιανό τον Παραβάτη, που μάταια αναζήτησε την αναβίωση της αρχαίας θρησκείας.
«Εις τας χρυσάς Αθήνας» λοιπόν παρακολούθησαν ανελλιπώς τις λαμπρές παραδόσεις ρητορικής, γραμματικής, φιλοσοφίας, διαλεκτικής, αστρονομίας, γεωμετρίας, αριθμητικής και ιατρικής. Για τη διαμονή τους στην Αθήνα «το έδαφος των λόγων, τον οφθαλμόν της Ελλάδος, την μητέρα του Πλάτωνος και του Δημοσθένους και της άλλης πολυειδούς σοφίας», γράφει ο Ναζιανζηνός «Πώς ημείς (δηλ. ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος) εν φόβω Θεού εζώμεν μεταξύ των πρώτων οι άριστοι! Εν μέσω ζωηροτάτων νέων, οι οποίοι διήγον βίον ελάχιστα σεμνόν διήρχοντο αι ημέραι μας εις ειρηνικήν ηρεμίαν. Δεν παρεσυρόμεθα από το γενικόν ρεύμα, εφόσον –αντιθέτως- ηθέλομεν να γινώμεθα ημείς οδηγοί εις το αγαθόν».
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι λίγο μεταγενέστερος. Το όνομά του έμεινε στην ιστορία της εκκλησίας ως του πιο μεγάλου εμπνευσμένου ρήτορα. Από το σοφιστή Λιβάνιο, τον οποίον είχε ακούσει και ο Μ. Βασίλειος, είχε διδαχτεί την ελληνική παιδεία και τη ρητορική. Ασύγκριτος ερμηνευτής των γραφών, αδιάφθορος κατά το ήθος, ασκητικός και άψογος στον τρόπο ζωής, είχε τη μοναδική και ανεπανάληπτη ικανότητα να συναρπάζει το ακροατήριό του. Στηλίτευε τα κακώς κείμενα, ιδιαίτερα των αυλικών της Βασιλίδος των πόλεων. Έγινε πολλές φορές αντικείμενο δίωξης (εξορίας) εκ μέρους της κοσμικής εξουσίας.
Και οι Τρεις Ιεράρχες έκαναν πολλούς και επιτυχημένους αγώνες κατά των αιρέσεων και των σχισμάτων, επανέφεραν στην εκκλησία την ηρεμία, την ομόνοια, το ορθόδοξο πνεύμα. Για να εξηγήσει κανείς καλύτερα την Αγία Γραφή –έλεγαν– πρέπει να μελετήσει τα αρχαία ελληνικά γράμματα. Αυτός είναι ο λόγος, που θεωρούνται προστάτες των γραμμάτων. Η επίδραση από τη μελέτη των αρχαίων συγγραφέων είναι ευεργετική και ενισχύει το χριστιανικό ιδεώδες. Έγιναν αφορμή να διαλυθεί η περιφρόνηση προς την αρχαία ελληνική γραμματεία και φιλοσοφία, τονίζοντας την άδικη τοποθέτηση ορισμένων εναντίον αυτών.
Η σύνδεση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος με το χριστιανικό έφερε και έδωσε στις ψυχές των νέων Ελλήνων χριστιανών τον ασύγκριτο πλούτο της αρχαίας ρητορικής και ποίησης, νέα έμπνευση ερμηνείας στην αρχαία φιλοσοφία. Έτσι τα αρχαία κείμενα ερμηνεύτηκαν με νέο πνεύμα και φάνηκε η ύπαρξη δυνατότητας σύνδεσής τους με το χριστιανικό ιδεώδες. Τα κείμενα του Αριστοτέλη ή του Πλάτωνα ήταν απόθεση εσωτερικής καλλιέργειας και εσωτερικού πλουτισμού της ανθρώπινης πολιτιστικής υπόστασης. Άλλωστε η σωκρατική διδασκαλία παρουσίαζε πολλά κοινά σημεία ταύτισης με τη διδασκαλία του χριστιανικού κηρύγματος. Η δραματική παρουσίαση της αρχαίας τραγωδίας των έργων του Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη και άλλων ποιητών, συνηγορούσαν σ’ αυτήν την άποψη. Στο έργο των Μαθηματικών και Αστρονόμων γινόταν υπαινιγμός ύπαρξης θεότητος. Αυτό το διεπίστωσε και ο Απόστολος Παύλος, ερχόμενος στην Αθήνα και διερχόμενος τους ιερούς βωμούς.







































































































