Η ύπαρξη μονοπωλίων στον επιχειρηματικό τομέα έχει κατηγορηθεί -και δικαίως- για την πρόκληση στρεβλώσεων στις αγορές, που οδηγούν συνηθέστατα στο να πληρώνει ακριβότερα ο καταναλωτής τα παρεχόμενα αγαθά ή υπηρεσίες. Για τον λόγο αυτό, κάθε σύγχρονο κράτος που φροντίζει για τους πολίτες του, προσπαθεί να θεσμοθετεί με τέτοιον τρόπο ώστε να δημιουργεί συνθήκες μη ευδοκίμησης φαινομένων συγκέντρωσης και άρα σχηματισμού μονοπωλίων.
Του Θάνου Σταθόπουλου
Τι γίνεται, ωστόσο, στην περίπτωση που μιλούμε για μονοπώλια σε κρίσιμους τομείς μιας χώρας, που άπτονται της ίδιας της προστασίας της Δημοκρατίας και του Συντάγματος; Πώς μπορούμε να δεχθούμε μια νομοθετική πράξη που έρχεται να επιβάλλει την ολιγο-φωνία στην Ενημέρωση, οδηγώντας δια της βίας τη συγκέντρωση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στα χέρια μιας εξαιρετικά μικρής ομάδας επιχειρηματιών;
Δυστυχώς, τα παραπάνω συμβαίνουν σήμερα, στην Ελλάδα του Μνημονίου και της έλλειψης μνήμης. Η απόφαση των κυβερνώντων «πρασινογάλαζων» ηγετών, για κατάργηση της δημοσίευσης ισολογισμών στις εφημερίδες, έρχεται ουσιαστικά να βάλει λουκέτο σε εκατοντάδες εφημερίδες, στερώντας πολύτιμα έσοδα από το κράτος και στέλνοντας στην ανεργία χιλιάδες εργαζόμενους στον Τύπο και στα συναφή με αυτόν επαγγέλματα. Την ίδια στιγμή, αναθέτουν σε συγκεκριμένους ισχυρούς ομίλους ΜΜΕ να διαχειρίζονται μονοπωλιακά το αγαθό της Ενημέρωσης, με ό,τι συνέπειες έχει αυτό για τη δημοκρατία και την ελευθεροτυπία.
Δυστυχώς, εν μέσω της παραζάλης που δημιουργεί η οικονομική κατάρρευση της χώρας, ο περισσότερος κόσμος ελάχιστη σημασία έχει δώσει σε αυτό το πραγματικό έγκλημα που συντελείται κατά της ελευθεροτυπίας. Μάλιστα, δεν λείπουν και κάποιοι που «βλέπουν μόνο το δένδρο», θεωρώντας ότι η υποχρεωτική δημοσίευση ισολογισμών στον Τύπο ήταν απλώς ένα «δωράκι» προς τους εκάστοτε εκδότες. Ούτε τους περνά από το μυαλό, ότι με τον τρόπο αυτόν διασφαλιζόταν η διαφάνεια στα οικονομικά στοιχεία που δημοσίευαν οι επιχειρήσεις. Ούτε έλαβαν υπόψη τους ότι οι εφημερίδες δεν μοιάζουν με τις άλλες επιχειρήσεις πώλησης αγαθών και υπηρεσιών, που η διάθεση του προϊόντος τους θα τους εξασφάλιζε τα απαραίτητα έσοδα για την επιβίωσή τους. Ούτε αναρωτήθηκαν ποτέ γιατί ο συνταγματικός νομοθέτης θέλησε να κάνει ιδιαίτερη μνεία στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών μέσω του Τύπου, θεωρώντας αυτή ως θεμέλιο λίθο της δημοκρατίας μας.
Αλλά, εδώ δεν το κατάλαβαν άλλοι, όπως για παράδειγμα οι δημοτικοί σύμβουλοι Αμαρουσίου, που πέρασαν το σχετικό ψήφισμα καταδίκης της μη δημοσίευσης ισολογισμών όπως-όπως από το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης, «καθαρίζοντας» έτσι με την υποχρέωσή τους για τη στήριξη του τοπικού Τύπου, που πρωτίστως πλήττεται από το μέτρο. Κι αν δεν είχε προηγηθεί το φωτεινό παράδειγμα του Δήμου Κηφισιάς και η πρωτοβουλία της δημοτικής κίνησης Αμαρουσίου ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ, ίσως ούτε κι αυτό το ψήφισμα να είχαμε. Αλλά έως εκεί! Ο δήμαρχος δεν θέλησε να κάνει καμία τοποθέτηση επί του «ασήμαντου» θέματος. Ακόμη κι αυτοί οι λαλίστατοι εκπρόσωποι της μειοψηφίας -που άλλες φορές χάλαγαν τον κόσμο να τοποθετηθούν, ακόμη και για θέματα έξω από εκείνα που αφορούν άμεσα τον Δήμο μας, ακόμη και τη χώρα- αυτή τη φορά σιώπησαν, δείχνοντας εμφανώς ότι θέλουν να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα με το ζήτημα…
Το «κερασάκι στην τούρτα», ωστόσο, ήταν η στάση που κράτησε η δημοτική παράταξη ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΜΑΡΟΥΣΙ, με τους εκπροσώπους της Δορύλαο Κλαπάκη και Κατερίνα Ψάλτη να δηλώνουν απλώς την παρουσία τους, στερώντας από το ψήφισμα μια ομόφωνη απόφαση. Μάλιστα, ο Δορύλαος Κλαπάκης, σε αντίθεση με την πάγια τακτική του, δεν έσπευσε να αιτιολογήσει τη στάση της παράταξής του, στερώντας μας από τη δυνατότητα να λύσουμε τις απορίες μας. Φανταζόμαστε ότι θα το κάνει άμεσα, γιατί -τουλάχιστον στην περίπτωση της ΑΜΑΡΥΣΙΑΣ- η στάση της παράταξής του μόνο ως πράξη πολιτικής αγνωμοσύνης θα μπορούσε (επιεικώς) να χαρακτηριστεί.
Πέρα από όλα αυτά, είναι πράγματι υποκριτικό κάποιοι να διατυμπανίζουν ότι κόπτονται για την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος, των τοπικών συλλόγων και φορέων και την ίδια στιγμή να αντιμετωπίζουν επιδερμικά ένα μέτρο που ουσιαστικά έρχεται να «θάψει» τον τοπικό Τύπο, δηλαδή το μοναδικό βήμα έκφρασης των τοπικών κοινωνιών. Αλλά και από καθαρά ωφελιμιστική πλευρά, ο τρόπος που οι δημοτικές παρατάξεις Αμαρουσίου αντιμετωπίζουν την πρωτοφανή επίθεση που συντελείται στον τοπικό Τύπο, μοιάζει περισσότερο με «πριόνισμα του κλαδιού πάνω στο οποίο κάθονται». Εκτός κι αν θεωρούν ότι, κλείνοντας τα τοπικά ΜΜΕ και περνώντας το μονοπώλιο της ενημέρωσης σε «λίγους και εκλεκτούς», θα έχουν τις ίδιες δυνατότητες με σήμερα να προβάλλουν τις θέσεις και τις ιδέες τους, διεκδικώντας την ψήφο των συνδημοτών τους.
Ίσως εδώ ταιριάζει η λαϊκή παροιμία «τα καλά του Γιάννη θέμε και τον Γιάννη δεν τον θέμε», όπως πολύ εύστοχα μας τη θύμισε δημοτικός σύμβουλος της πλειοψηφίας, αναφερόμενος σε άλλο θέμα της ημερήσιας διάταξης του Δ.Σ. την περασμένη Τρίτη.
Μόνο που στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν χαθεί ο «Γιάννης», θα χαθούν αυτομάτως και τα «καλά» του. Μα πάνω απ’ όλα, θα χαθεί ένα αγαθό, αυτό της ελευθεροτυπίας, για το οποίο κάποιες άλλες γενιές αγωνίστηκαν και πλήρωσαν ακόμη και φόρο αίματος, για να γίνει αποδεκτό από την εξουσία και να καταστεί συνταγματική επιταγή.
Είπαμε, όμως. Δεν είμαστε μόνο οι γενιές του Μνημονίου, αλλά και της ελλιπούς μνήμης…









































































































