Γράφει ο Γιάννης Μπεθάνης – Από την έντυπη έκδοση της εβδομαδιαίας Αμαρυσίας – 28/03/2026
Η στήλη είναι σε θέση να γνωρίζει πολύ καλά το αρχικό… σοκ το οποίο βίωσε ο δήμαρχος Αμαρουσίου Θεόδωρος Αμπατζόγλου πίσω στο 2019, όταν ανέλαβε για πρώτη φορά το τιμόνι του Δήμου. Τα ανοιχτά «μέτωπα» σε πολλά επίπεδα που απασχολούσαν τον μεγαλύτερο Δήμο της βόρειας Αθήνας, προκάλεσαν «πονοκεφάλους» στη νέα διοίκηση. Η οποία μάλιστα πριν καν προλάβει να βρει τα «πατήματά» της, είδε τη χώρα να κλείνει λόγω κορωνοϊού. Και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κλήθηκε σε διαχείριση έκτακτης ανάγκης, αφήνοντας πίσω τις προγραμματικές εξαγγελίες της και την προσπάθεια υλοποίησής τους.
Έκτοτε, έχει μεσολαβήσει σχεδόν μια πενταετία και μια επανεκλογή του δημάρχου το 2023 και απομένουν δύο «γεμάτα» χρόνια για την ολοκλήρωση της τρέχουσας (πενταετούς) δημοτικής θητείας. Και νομίζουμε ότι όλοι όσοι ασχολούνται με την πόλη μπορούν πλέον να συμφωνήσουν ότι ο δήμαρχος έχει επιλέξει εδώ και αρκετό καιρό να κρατάει «χαμηλά τη μπάλα», δίνοντας προτεραιότητα στη διαχείριση των καθημερινών προβλημάτων της πόλης και στην οικονομική εξισορρόπηση του Δήμου. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι εξέφρασε την ικανοποίησή του για τους υψηλούς δείκτες του Δήμου στα οικονομικά και σε θέματα καθημερινότητας, σύμφωνα με τα πρώτα αποτελέσματα του Κόμβου Παρακολούθησης Επιδόσεων των ΟΤΑ που ανακοίνωσε το ΥΠΕΣ.
Δεν γνωρίζουμε και δεν είμαστε σε θέση να ερμηνεύσουμε με ασφάλεια το αρκετά χαμηλό ποσό των 1,7 εκατ. ευρώ του Τεχνικού Προγράμματος για το 2026. Αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή ώστε να πορευτεί ο Δήμος εκ του ασφαλούς, δίχως ανακοινώσεις για μεγαλεπίβολα έργα που εν τέλει θα μείνουν στα «χαρτιά»; Είναι έλλειψη πολιτικής βούλησης; Ανεπάρκεια σε υπηρεσιακό επίπεδο; Ή απότοκο της γνωστής έλλειψης επαρκούς χρηματοδότησης από το κράτος σε συνδυασμό με την υποστελέχωση σε προσωπικό;
Σε κάθε περίπτωση, ο «χαμηλός πήχης» υπερτερεί έναντι των «μεγάλων σχεδίων» στον Δήμο Αμαρουσίου. Οι ασφαλτοστρώσεις, τα δίκτυα ομβρίων και ακαθάρτων, οι εντάξεις περιοχών στο σχέδιο πόλης, η βελτίωση του οδοφωτισμού, η καθαριότητα, το πράσινο, οι παιδικές χαρές, οι πολιτιστικές εκδηλώσεις και η άσκηση κοινωνικής/προνοιακής πολιτικής, είναι ενδεικτικές των προτεραιοτήτων του δημάρχου και των συνεργατών του. Και ασφαλώς ουδείς μπορεί να υποστηρίξει ότι κινούνται σε λάθος κατεύθυνση.
Από την άλλη, ωστόσο, η δεύτερη θητεία οδεύει προς ολοκλήρωση δίχως καν να έχουν ξεκινήσει εμβληματικά έργα που είχαν προαναγγελθεί κατά το παρελθόν. Το δημοτικό θέατρο, το γήπεδο ποδοσφαίρου, η διευθέτηση του ρέματος Σαπφούς, η βιοκλιματική αναβάθμιση (ου μην και πλήρης αντικατάσταση) του κλειστού γυμναστηρίου «Σπύρος Λούης», αποτελούν έργα που θα άφηναν μια διαφορετική σφραγίδα της τρέχουσας διοίκησης στην πόλη. Κάποια εξ αυτών παραμένουν πλήρως «παγωμένα» κι άλλα δείχνουν να οδεύουν προς υλοποίηση με χαρακτηριστική καθυστέρηση και μένει να δούμε αν θα έχουν ολοκληρωθεί πριν τις επόμενες δημοτικές κάλπες.
Όλα αυτά ενώ ήδη οι εργασίες για την κατασκευή ξενοδοχείου/καζίνο στην Αγία Φιλοθέη έχουν ξεκινήσει, σε μια πόλη που φιλοξενεί πλέον πολλά εμπορικά κέντρα, υπουργεία και μεγάλες επιχειρήσεις, δίχως λύσεις στο αυξανόμενο κυκλοφοριακό πρόβλημά της. Με εξίσου μεγαλεπίβολα έργα, όπως η υπογειοποίηση της Λεωφόρου Κηφισιάς, η διάνοιξη της Λεωφόρου Κύμης και η έλευση της Γραμμής 4 του μετρό -όλα ζητήματα κεντρικής και περιφερειακής διοίκησης κι όχι του Δήμου για να είμαστε δίκαιοι- να αποτελούν μέχρι στιγμής «όνειρα θερινής νυκτός».
Το Μαρούσι το 2028 θα έχει αφήσει πίσω του σε πολύ μεγάλο βαθμό την προαστιακή πλευρά του. Με νέες ανάγκες και απαιτήσεις για κατοίκους και επισκέπτες. Και έχουμε την αίσθηση ότι η καθημερινή διαχείριση έναντι της οραματικής πολιτικής θα είναι το μεγάλο διακύβευμα των επόμενων εκλογών. Και εν πολλοίς θα καθορίσουν τη μελλοντική θέση και τον ρόλο της πόλης μέσα στον Αττικό χάρτη.





































































































