Είναι στιγμές που απλώς έχεις ανάγκη να πατηθεί ένα κουμπί και όλα να αλλάξουν. Αλλά, καταλαβαίνεις ότι αυτό δεν είναι παρά μόνο μια φαντασίωση και πως η ζωή είναι γεμάτη καταστάσεις που θα έπρεπε να είναι αλλιώς και όμως δεν έχεις καμία δύναμη να τα επηρεάσεις.
Δυο κορίτσια, μες στο άνθος της ηλικίας τους, με τη νιότη, την ομορφιά και τα όνειρα που θα έπρεπε να κάνουν για το μέλλον τους, πιάστηκαν χέρι χέρι και αντί να χορέψουν τη μουσική που έβαλαν να τους συνοδεύσει, έπεσαν από τον 6ο όροφο της πολυκατοικίας τους. Τι να γράψεις, τι να σκεφτείς και τι να σώσεις. Την ίδια ώρα, τα αιμοβόρικα μέσα κατασπαράζουν τα υπολείμματα σάρκας που απέμειναν σε αυτούς τους γονείς, αναπαράγοντας νυχθημερόν το τελευταίο σημείωμα των κοριτσιών. Κάποια στιγμή θα πρέπει και το σινάφι μας να λογοδοτήσει.
Είναι να τρελαίνεται κανείς. Αν είσαι γονιός δε, ας μην το συζητήσουμε καλύτερα. Ο γιος μου έχει αγανακτήσει από το πόσες σφιχτές αγκαλιές του κάνω εδώ και δυο μέρες (όχι ότι πριν δεν του έκανα) και δεν μπορεί να κατανοήσει τι είναι αυτό που με έχει τρομάξει τόσο πολύ. Ίσως, όταν περάσει κι εκείνος στην από δω πλευρά της όχθης να καταλάβει.
Δεν είμαι από εκείνους που εύκολα και από την άνεση της ελευθερίας έκφρασης ρίχνουν το ανάθεμα στους γονείς ότι τάχα μου ήταν απόντες και δεν νοιάζονταν για τα παιδιά τους ή τα πίεζαν για τις εξετάσεις τους και λοιπές αηδίες. Μπορεί και να είναι αλήθεια, αλλά αυτό μόνο εκείνοι το γνωρίζουν. Εμείς δεν είμαστε δικαστές των πάντων. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν φουσκώσει το «εγώ» μας, αλλά, αν κοιταχτούμε στον καθρέφτη είμαστε απλώς ένας κόκκος άμμου σε μια έρημο. Ένα «τίποτα» με μπόλικο «καθόλου» που λέγαμε μικροί.
Δεν μπορώ να συλλάβω την πίεση που μπορεί να κουβαλούσαν αυτά τα παιδιά και τι τα ώθησε σε αυτό το βήμα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η καρδιά σφίγγεται και τα πόδια παραλύουν.
Οι ενοχές έρχονται και σκίζουν τα σωθικά. Μήπως κι εγώ είμαι «απών»; Μήπως δεν ακούω το παιδί μου; Μήπως το πιέζω υπερβολικά; Αν υπάρχει κάτι που τον προβληματίζει, θα έρθει να μου το πει; Θα ζητήσει βοήθεια; Ακούμε τα παιδιά μας, μωρέ;
Κι όμως, το ζήτημα πάει ακόμα παραπέρα. Μόνο για το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε το Παρατηρητήριο Αυτοκτονιών Κέντρου για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας «ΚΛΙΜΑΚΑ» στην Ελλάδα σημειώθηκαν 579 περιστατικά αυτοκτονίας. Το διανοείται κανείς αυτό; Αν συνυπολογίσουμε και τις δεκάδες – ευτυχώς – αποτυχημένες απόπειρες, το νούμερο είναι ασύλληπτο.
Τα ποσοστά δε που αφορούν τους νέους 15-24 ετών ξεπερνά το 11%. Νούμερα που σε κάνουν να λυγίζεις.
Κυκλοφορώ κάθε μέρα με τα μέσα συγκοινωνίας και συναντώ αμέτρητα νεαρά παιδιά που πάνε στα σχολεία και τα φροντιστήριά τους. Τα χαζεύω και τα καμαρώνω. Κάπου κάπου ζηλεύω τα νιάτα και την ομορφιά τους. Έχουν ζωή μπροστά τους, έχουν στόχους, έχουν όνειρα… κάποτε ήμασταν κι εμείς έτσι.
Από προχθές τα κοιτώ με τρόμο. «Κι αν ανάμεσά τους είναι ένα παιδί που…». Κι αν κάποιο από αυτά κουβαλάει μέσα του βάρη που δεν μπορεί να τα διαχειριστεί; Αν η μουσική που παίζει δυνατά στα ακουστικά του είναι για να καλύψει τα ουρλιαχτά που συμβαίνουν στο κεφάλι του;
Δεν ξέρω αν ως κοινωνία έχουμε ακόμα κι άλλο πάτο να ξύσουμε. Το μόνο που ξέρω είναι ότι τα παιδιά μας έχουν φορτωθεί αμαρτίες που δεν θα έπρεπε να ξεπληρώσουν.
Τα 17χρονα πρέπει να χορεύουν, να γελούν, να ανακαλύπτουν τον έρωτα, να ονειρεύονται και να αμφισβητούν. Να θέλουν να κάνουν κομμάτια τον κόσμο. Όχι να είναι θρύψαλα το μέσα τους.
Είμαι σίγουρος ότι κάποια μέρα ο γιος μου θα μου συγχωρήσει που τον σφίγγω τόσο γερά κάθε φορά που φοβάμαι για όλα αυτά που συμβαίνουν για μας χωρίς εμάς. Εύχομαι όλοι οι γονείς να κάνουν το ίδιο και ας είναι αυτό το μόνο, για το οποίο θα χρειαστεί να λογοδοτήσουμε. Κάποιοι γονείς δεν θα έχουν πια αυτό το προνόμιο. Και μόνο που το σκέφτομαι, μου κόβεται η ανάσα…







































































































