Τις τελευταίες μέρες έπεσε ξανά στα χέρια μου το «1984» του Τζορτζ Όργουελ. Είχα να το διαβάσω περίπου 25 χρόνια, από τότε που ήμουν νεαρός φοιτητής. Τότε, μου είχε φανεί μεν ενδιαφέρον – μάλιστα, ένα από τα παρατσούκλια που μου είχε κολλήσει ένας καλός φίλος, για λόγους που δεν είναι κόσμιο να αναλυθούν, ήταν «Γουίνστον Σμιθ» – όμως, δεν είχα την εμπειρία να αντιληφθώ σε βάθος τις αναφορές του συγγραφέα. Σήμερα, στην ώριμη πια ηλικία, νιώθω σαν να διαβάζω ένα… άλλο βιβλίο. Αλλά, το ρίγος στη ραχοκοκαλιά θεωρώ πως είναι πολύ πιο έντονο.
Ο ήρωας ζει σε ένα δυστοπικό σύμπαν, όπου όλοι και όλα βρίσκονται κάτω από ένα απολυταρχικό καθεστώς, με το μάτι του μεγάλου ηγέτη Μεγάλου Αδερφού να είναι πανταχού παρόν και να ελέγχει και να παρακολουθεί κάθε κίνηση, σκέψη και συναίσθημα. Δεν επιτρέπεται να χαρείς, δεν επιτρέπεται να ερωτευτείς, να κοινωνικοποιηθείς, να αναπτύξεις κριτική και πολιτική σκέψη, ειδάλλως τιμωρείσαι με εξόντωση.
Και όσο το διαβάζω, τόσο ο κόμπος στον λαιμό σφίγγει περισσότερο. Κάθε μέρα που περνάει, οι ομοιότητες είναι τρομακτικές. Και το όριο της φαντασίας με την πραγματικότητα, ολοένα και λεπταίνει.
Πέρα από το ασφυκτικό διεθνές πολιτικοοικονομικό περιβάλλον, που κάθε μέρα γίνεται όλο και πιο απειλητικό, τις τελευταίες μέρες οι μόνες ειδήσεις που ακούγονται είναι γεμάτες πόνο, θλίψη και αδικία. Συζητούσαμε με φίλους και για πολλοστή φορά αυτό που έβγαινε από τα χείλη όλων ήταν ένα «ρε γαμώτο, μία καλή είδηση, κάτι για να σκάσει λίγο το χειλάκι μας, δεν μπορούμε να ακούσουμε;». Ακόμα και την ιστορική νίκη και πρόκριση της αγαπημένης μας ομάδας, με το ζόρι τη χαρήκαμε, με τόσα που συμβαίνουν γύρω μας.
Ειλικρινά, θα ήθελα να γεμίζω λέξεις αυτό το κείμενο, που να αφορούν το αν ο Βασίλης Ξυπολυτάς υλοποιεί αυτά που δεσμεύτηκε στους δημότες του ή όχι, αλλά δεν νιώθω καμία διάθεση να το κάνω αυτό. Έτσι κι αλλιώς, έχουμε καιρό μπροστά μας να τα συζητάμε και να τα αναλύουμε. Στο κάτω κάτω, ό,τι και να γράψει ένας αρθρογράφος, οι δημότες είναι αυτοί που μπορούν να αξιολογήσουν και να κρίνουν τα τι, τα πώς και τα γιατί.
Αυτό που με πνίγει είναι ότι όπου και να στραφεί το βλέμμα ή το αυτί, το μαύρο είναι το χρώμα που κυριαρχεί. Στα τρένα σκοτωνόμαστε, στους δρόμους σκοτωνόμαστε, στα γήπεδα σκοτωνόμαστε, στις δουλειές μας σκοτωνόμαστε, σε διεθνές επίπεδο, ο Μεγάλος Αδελφός είναι υπαρκτός, παρακολουθεί κάθε κίνηση και αρπάζει καθετί που του γυαλίζει. Και όσους ονειρεύονται έναν καλύτερο κόσμο, με Δικαιοσύνη και Ελευθερία, στέλνει τους σύγχρονους Πραιτωριανούς να τους εκτελούν χωρίς δεύτερη σκέψη. Και την ίδια ώρα, τα πάντα ελέγχονται από «τηλεοθόνες», μικρές ή μεγαλύτερες, με τη μόνη – αλλά ουσιαστική – διαφορά ότι έχουμε υποτάξει τα θέλω, τις επιθυμίες και τα όνειρά μας, σχεδόν με τη θέλησή μας.
Το πιο τρομακτικό από όλα είναι ότι ο Όργουελ έγραψε ένα βιβλίο πριν από 78 χρόνια για να περιγράψει ένα μέλλον, που σήμερα το ζούμε ως παρόν. Μια ανυπόφορη δυστοπία, όπου ο άνθρωπος συντρίβεται ολοκληρωτικά. Δεν ξέρω αν το έχετε καταλάβει, αλλά οι διαφορές με το σήμερα είναι ελάχιστες. Θα ήθελα να ελπίζω ότι μπορούμε και θα προσπαθήσουμε ως κοινωνία να γράψουμε ένα καλύτερο τέλος σε αυτή την ιστορία…





































































































