Γράφει η Πέγκη Φαράντου
ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ – ΖΩΓΡΑΦΟΣ
www.pegifarandos.gr
Πλήρεις ημερών, έφυγε ο μπάρμπα Φώτης από τη ζωή. Μια ηλιόλουστη ημέρα, σε ένα οικογενειακό τραπέζι, όπου όλη η οικογένεια ήταν εκεί.
Ο μπάρμπα Φώτης συνήθιζε να κάθεται στην κεφαλή του τραπεζιού. Στο χέρι του, είχε πάντοτε ένα αναμμένο τσιγάρο, που όταν δεν έπινε, κάπνιζε μέχρι το τέλος. Δίπλα του, το σταχτοδοχείο, γεμάτο γόπες και στάχτη και δύο πακέτα τσιγάρα στην αναμονή. Από τα δεξιά του τραπεζιού η Γιαννούλα, σύζυγος, μητέρα, γιαγιά και προγιαγιά της οικογένειας. Πριν ακόμη ενηλικιωθεί, είχε το πρώτο παιδί του Φώτη στην αγκαλιά. Μαζί και το τιμόνι της οικογένειας, που ο άντρας της είχε παραχωρήσει χωρίς δεύτερη σκέψη. Εκείνη ήλεγχε τα πάντα, με το άγρυπνο βλέμμα της να παρατηρεί την κάθε μικρή λεπτομέρεια. Παρότι στην κεφαλή του τραπεζιού ήταν ο μπάρμπα Φώτης, το τιμόνι κρατούσε εκείνη.
Την ίδια μέρα, στο οικογενειακό τραπέζι, την προσοχή της Γιαννούλας είχε αποσπάσει η Χάνα, η νέα σύντροφος του αγαπημένου της εγγονού. Την είχε φέρει με ενθουσιασμό για να τη γνωρίσει στην οικογένεια. Η όμορφη νέα, με σπαστά ελληνικά και ένα μεγάλο χαμόγελο, σήκωνε το ποτήρι με το κρασί και έλεγε «γεια μας!» σε όλους. Η Γιαννούλα ήταν η μόνη που δεν σήκωνε το ποτήρι, θέλοντας να δείξει στον εγγονό της πως δεν την εγκρίνει. Ο μπάρμπα Φώτης από την άλλη, όχι μόνο τσούγκριζε τα ποτήρια, με κάθε «γεια μας!» αλλά τα γέμιζε με κρασί ξανά και ξανά.
Η Γιαννούλα προσπαθούσε να τα ελέγχει όλα και σε πολύ μεγάλο βαθμό τα είχε καταφέρει. Ήλεγχε το σπίτι, τα παιδιά της, τους φίλους, τους συγγενείς. Ήθελε σε όλα να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Ακόμη και τις φορές που δυσκολευόταν να περάσει το θέλημά της, προσποιούνταν ότι αρρώσταινε μέχρι να γίνει το δικό της.
Έναν μόνο δεν κατάφερνε να ελέγξει και αυτός ήταν ο άντρας της. Όσες φορές προσπαθούσε να επέμβει στις επιθυμίες και τις επιλογές του, συναντούσε εμπόδια. Ούτε στα χρήματά του είχε πρόσβαση. Κανείς δεν ήξερε πόσα χρήματα είχε στην τράπεζα παρά μόνο εκείνος. Το μόνο που ήξεραν όλοι, ήταν ότι αυτά τα χρήματα ήταν πολλά. Παρότι η Γιαννούλα είχε ό,τι χρειαζόταν, ήταν δυσαρεστημένη που δεν είχε και εκεί τον έλεγχο. Ο μπάρμπα Φώτης, ακολουθούσε τον δικό του ρυθμό στη ζωή, άνθρωπος χαρούμενος, γεμάτος ζωή, με έντονη κοινωνική δραστηριότητα, που παρότι κάπνιζε συνέχεια και έπινε από κανένα κρασάκι, το κρεβάτι δεν τον είχε δει, δεν είχε αρρωστήσει ποτέ.
Μια ηλιόλουστη μέρα, σε ένα οικογενειακό τραπέζι, ο μπάρμπα Φώτης σήκωσε το ποτήρι με το κρασί και έφυγε από τη ζωή. Η κηδεία έγινε σύντομα, με όλη την οικογένεια να είναι εκεί, μαζί με φίλους και γνωστούς από το χωριό. Η Γιαννούλα ήταν δίπλα του στην ακολουθία και έκλαιγε με αναφιλητά. Με δυνατή φωνή και μάτια γεμάτα δάκρυα έλεγε σε όλους δυνατά για το πόσο καλός σύζυγος ήταν. Σε λίγες μέρες, συνέχισε να κλαίει στον τάφο του και να φωνάζει, «γιατί με άφησες μόνη σε αυτόν τον κόσμο».
Το καντήλι του μπάρμπα Φώτη, δεν σταμάτησε να καίει, μέρα νύχτα, μιας και όλοι πήγαιναν πρόθυμα να το ανάψουν. Η Γιαννούλα πήγαινε το πρωί στο μνήμα, άλλαζε το φιτίλι στο καντήλι και το γέμιζε με λάδι. Όταν εκείνη έφευγε, πήγαινε η κόρη της και πρόσθετε λάδι στο καντήλι. Αργότερα πήγαινε ο γιος, ο οποίος άλλαζε ξανά το φιτίλι, με κάποιο που θεωρούσε καλύτερο. Το απόγευμα, στον τάφο πήγαινε η αδερφή του μπάρμπα Φώτη, μουρμουρίζοντας για την νύφη της. Εκείνη άδειαζε τελείως το καντήλι και έβαζε νέο λάδι, αφού το έπλενε εξονυχιστικά, «αχ αδερφούλη μου σε έφαγε με τη γκρίνια της», έλεγε, για να την ακούσουν και μέσα στο κοιμητήριο. Όλοι περνούσαν από το μνήμα του μπάρμπα Φώτη, για να ανάψουν το καντήλι, να αφήσουν λουλούδια, να ανάψουν ένα κερί. Μέχρι και η Χάνα, πήγαινε και άφηνε μερικά τσιγάρα στα λευκά μάρμαρα, για να τα πετάξει το επόμενο πρωί η Γιαννούλα.
Ένα πρωί, η οικογένεια ειδοποιήθηκε για την ύπαρξη μιας διαθήκης, που είχε αφήσει ο αποθανών, η οποία στάθηκε αφορμή να μαζευτούν όλοι ξανά στο οικογενειακό τραπέζι. Καθώς ο δικηγόρος διάβαζε τα τελευταία του λόγια, ενημέρωσε την οικογένεια για το μεγάλο χρηματικό ποσό που υπήρχε στον λογαριασμό του. Το χρηματικό ποσό, ήταν τέτοιο που τους εξέπληξε όλους και δημιούργησε προσδοκίες. Όλοι είχαν σιωπάσει και περίμεναν να ακούσουν. Ο μπάρμπα Φώτης, δεν άφησε τους παρευρισκόμενους σε μεγάλη αγωνία, στέλνοντάς τους την αγάπη του και τις ευχές του για μια χαρούμενη ζωή. Όλο το ποσό που είχε συγκεντρώσει αθόρυβα, προσφέρθηκε για τη στήριξη οικονομικά αδύναμων οικογενειών, αφήνοντας όλα τα μέλη της οικογένειας έξω από αυτό.
Από την επόμενη μέρα, το καντήλι του μπάρμπα Φώτη παρέμεινε σβηστό, ώσπου κάποτε η βλάστηση το σκέπασε εντελώς.






































































































