Δεκατρία χρόνια κλείνει φέτος το πρόγραμμα του Δήμου μας «Μαθαίνω Ελληνικά» που απευθύνεται σε οικονομικούς μετανάστες. Γεννήθηκε ως ιδέα και πράξη από τον σοβαρό προβληματισμό συνταξιούχων εκπαιδευτικών, κάτω από τις ανάγκες εκείνης της εποχής. Στάθηκε ιδιαίτερα τυχερό, εισπράττοντας ηθική και γραμματειακή υποστήριξη από τους μέχρι σήμερα Προέδρους του Κ.Α.Π.Η., όπου και στεγάζεται.
Από οικονομικής πλευράς δεν έχει επιβαρύνει ούτε κατά ένα ευρώ τον Δήμο, αφού οι δάσκαλοι είναι εθελοντές και τα βιβλία ευγενική προσφορά του Οργανισμού Σχολικών Βιβλίων, εκτός από την κατ’ έτος δωρεάν εκπαιδευτική εκδρομή μας σε ιστορικούς τόπους της Ελλάδας (Δελφοί, Μυκήνες, Καλάβρυτα, Δίστομο κ.ά.) (βλέπε φώτο). Μέχρι φέτος έχουν αποφοιτήσει 150 άτομα, με ικανοποιητική γνώση της ελληνικής γλώσσας, φοιτώντας τα τέσσερα έτη σπουδών του προγράμματος.
Ποιοι είναι οι μαθητές μας; Αν εξαιρέσουμε τους ευκαιριακούς, που έρχονται για μικρό διάστημα, ίσα-ίσα για να μάθουν λίγα ελληνικά, όσα τους χρειάζονται για τη δουλειά τους, οι υπόλοιποι είναι νέοι άνθρωποι, κυρίως από τις παλιές Δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης, με πολύ καλό μορφωτικό επίπεδο πανεπιστημιακών και μεταπτυχιακών τίτλων. Θέλουν να μάθουν να γράφουν και να μιλούν ελληνικά, με γραμματική και συντακτικό. Οι σπουδαστές αυτοί, φιλομαθείς και συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, υποβάλλονται σε θυσίες, έρχονται από μακρινούς δήμους, αλλάζουν 3-4 συγκοινωνίες, χάνουν εργασιακό χρόνο και χρήμα, προκειμένου να μη λείψουν από το μάθημα.
Στο σκληρό βιοποριστικό τους αγώνα αντιτάσσουν τη γνώση ως αντιστάθμισμα ψυχικής ευφορίας. Ίσως έτσι να ικανοποιούν μια υποσυνείδητη επιθυμία που πηγάζει από το θαυμασμό τους για κάθε τι ελληνικό. Ίσως πάλι, ο θρύλος του ξανθού στρατηλάτη που πέρασε από τις χώρες τους να είναι ακόμα ζωντανός.
Ο απολογισμός όλων αυτών των χρόνων μάς γεμίζει αισιοδοξία, καθώς όλοι όσοι δουλέψαμε στο πρόγραμμα, εισπράξαμε περισσότερα αγαθά απ’ αυτή την εμπειρία απ’ ότι, καταθέσαμε σαν προσπάθεια. Αναρωτιέμαι μόνο τι κακό μπορεί να έχει κάνει αυτό το μορφωμένο ανθρώπινο μωσαϊκό στη χώρα μου, όταν μάλιστα δουλεύει στις πιο βαριές ανασφάλιστες και κακοπληρωμένες δουλειές, όπως η γεωργία, η οικοδομή, η φροντίδα γερόντων.
Στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες, άνθρωποι, ιδέες και χρήμα κινούνται ελεύθερα, διασπώντας τα σύνορα των κρατών. Είναι μια πραγματικότητα με θετικές και αρνητικές πλευρές. Αλλού πρέπει να ψάξουμε για τα αίτια του αδιεξόδου που έχει δημιουργήσει, ειδικά στην Ελλάδα, το μεταναστευτικό πρόβλημα. Επιτρέψτε μου δύο επισημάνσεις:
1) Το κράτος μας δεν μερίμνησε τόσα χρόνια ούτε για την προστασία των πολιτών του, ελέγχοντας με νομοθεσία την είσοδο των μεταναστών, αλλά ούτε και για την ένταξη – ενσωμάτωσή τους στην ελληνική κοινωνία, με εφόδιο τη γλώσσα. Στο διπλό αυτό έργο, το απόλυτο τίποτα! Μόλις σήμερα ξύπνησε από το λήθαργο. Ζητά βοήθεια από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή υψώνει τείχη για τη φρούρησή των συνόρων του, όταν η χώρα αδυνατεί να διαχειριστεί τον όγκο των λαθρομεταναστών.
Το κενό αυτό έσπευσε να το συμπληρώσει η κοινωνία, βοηθώντας παντιοτρόπως τους πρώτους μετανάστες, που μοχθούσαν για την επιβίωση. Κινητοποιήθηκε η γειτονιά, το σχολείο, η εκκλησία. Βρέθηκαν στέγη, ρουχισμός, έπιπλα, βιβλία, παιχνίδια για να καλυφθούν οι ανάγκες των ενδεών ξένων τη δεκαετία του 1990. Μαθήματα ελληνικών θα βρούμε διάσπαρτα στην επικράτεια, πάντα σε εθελοντική βάση, σε φυλακές, σχολικές αίθουσες, εντευκτήρια ναών, Μ.Κ.Ο., ακόμα και στα σπίτια, κατ’ ιδίαν. Όποιος μπορούσε καλοπροαίρετα βοηθούσε, γείτονας, συγκάτοικος, εργοδότης, τα παιδιά στο διάβασμα. Λαός μεταναστευτικός ο ελληνικός, έδωσε από το περίσσευμα της ψυχής του, καθώς αναζωπυρώθηκε η επώδυνη μνήμη της δικής του ξενιτιάς. Για άλλη μια φορά η κοινωνία προχώρησε πιο μπροστά από την πολιτεία, δίνοντας λύσεις. Σήμερα πολλοί από εκείνους τους πρώτους μετανάστες, νοικοκυραίοι όντας, καμαρώνουν παιδιά στο Πανεπιστήμιο!








































































































