Η διαχρονική όμως έλλειψη μεταναστευτικής πολιτικής, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική θέση της χώρας, οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο, με τραγικές συνέπειες. Συμφέροντα δουλεμπόρων, οσμιζόμενα γρήγορο και ζεστό χρήμα, επιδόθηκαν σ’ έναν αγώνα δρόμου και χρόνου, κουβαλώντας στρατιές εξαθλιωμένων μεταναστών, κυρίως από την Ασία, μέσα από θάλασσες και στεριές. Μια ανυπεράσπιστη ανθρώπινη πραμάτεια, που στην καλύτερη περίπτωση, τ’ αφεντικά της θα την μεταπουλούσαν σε σκοτεινά κυκλώματα προς κάθε είδους εκμετάλλευση και στην χειρότερη θα την πετούσαν στη θάλασσα, προκειμένου ν’ απαλείψουν τα πειστήρια του εγκλήματός τους.
Όχι «ανεπαισθήτως», το σκηνικό άλλαξε δραματικά. Η τοπική κοινωνία, απ’ εκεί που ήταν προστάτης των φτωχών ξένων, μέσα σ’ αυτή την ανώνυμη και λαθραία μεταναστευτική πλημμυρίδα, έγινε θύμα εγκληματικών πράξεων από μερίδα των φιλοξενούμενων. Συμμερίζομαι, όσο μπορώ βέβαια, τους κατοίκους των συνοικιών αυτών. Υποβαθμίστηκε η ζωή τους. Η περιουσία τους μπήκε στα αζήτητα. Τα παιδιά και οι γέροντες φοβούνται να κυκλοφορήσουν ακόμα και τη μέρα. Δεν ελπίζουν σε τίποτα, γιατί βρίσκονται σε απόγνωση… Στους ανθρώπους αυτούς δεν μπορείς να μιλήσεις για ανθρωπιστικές αξίες, γιατί αυτοί οι ίδιοι είναι η απόδειξη της έκπτωσης και «όταν μια κοινωνία χάνει το μεταφυσικό σημείο αναφοράς της, βρίσκεται αντιμέτωπη με τα συντρίμμια της υλικής καταστροφής, στο έλεος πιθανών συγκρούσεων». (Κ. Ιορδανίδης). Έτσι, φτάσαμε ως εδώ.
2) Η οικονομική κρίση βαθαίνει μέρα με τη μέρα, αγκαλιάζοντας τα μεσαία και κατώτερα στρώματα. Αυτό δημιουργεί οργή και αδικία, καθώς τ’ ανώτερα μένουν ανέγγιχτα. Εντυπωσιάζει ο αυξανόμενος αριθμός των οικιακών βοηθών που κατεβαίνουν στη στάση Ζηρίνειο από τ’ ασφυχτικά γεμάτα λεωφορεία, προκειμένου να επιβιβαστούν σε άλλα με κατεύθυνση τις πολυτελείς βίλες των βορείων προαστίων, οι οποίες καμαρώνουν επιδεικτικά μέσα σε κατάφυτες δασικές εκτάσεις. Ο μέσος Έλληνας ξαφνικά έγινε ευάλωτος, άνεργος, ανυπεράσπιστος. Κι όσο το οικονομικό περιβάλλον γίνεται εχθρικότερο, όσο οι άστεγοι πληθαίνουν στα χαρτοκούτια της Πειραιώς και οι άποροι στα συσσίτια, τόσο φουντώνει η ανασφάλεια, ο φόβος των μεταναστών των μουσουλμάνων, των έγχρωμων. Μελαγχολικά θα σημειώσω πως κάπως έτσι φύτρωσε ο σπόρος του ναζισμού στη Γερμανία. Η κρίση γεννάει εθνικισμό.
Τα ευρωπαϊκά κράτη παραπαίουν, άλλοτε με δημοκρατικό και άλλοτε με ξενοφοβικό βηματισμό. Η Γαλλία απαγορεύει τη μαντίλα. Ο Σαρκοζί εκδιώκει Ρομά, απειλεί μετανάστες και ομάδες κοινωνικού περιθωρίου «Ή αγαπάτε τη Γαλλία ή φεύγετε». Η Άγκελα Μέρκελ δηλώνει: «Αυτή η πολυπολιτισμική προσέγγιση που λέει ότι ζούμε ευτυχισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο απέτυχε. Απέτυχε οικτρά». Το ακροδεξιό κόμμα SVP της Ελβετίας κατάφερε να επηρεάσει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για τους μετανάστες. Ακροδεξιά κόμματα αυξάνουν τους ψηφοφόρους τους σε Ιταλία, Αυστρία, Δανία, Ουγγαρία, Ολλανδία, Φιλανδία. Η δική μας «Χρυσή Αυγή» ευελπιστεί να κατέβει στις βουλευτικές εκλογές με τις ψήφους που πήρε στην αυτοδιοίκηση. Στη σκιά του «κράτους-έθνους» πυροδοτούνται φυλετικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές, εντάσεις και συγκρούσεις.
Περισσεύει άλλωστε η υποκρισία μας, όταν γνωρίζουμε πολύ καλά πως η ευμάρεια που απολαμβάνουμε σε Ευρώπη και Αμερική τροφοδοτείται από τους πυλώνες της φτώχειας των λαών του τρίτου κόσμου.
Οι κοινωνίες έχουν ανάγκη από αποδοχή, συνύπαρξη, συνεργασία. Κινδυνεύουμε στην εποχή της αποδόμησης των ιδεολογιών που ζούμε, να μας παρασύρει η άρνηση, ο αποκλεισμός, η ξενοφοβία. «Στο σημερινό πρόβλημα χρειάζονται ηγέτες που θα παρηγορούν και θα καθοδηγούν θετικά το λαό και όχι να καθοδηγούνται από την οργή του λαού και τα πάθη. Οι άνθρωποι σήμερα έχουν ανάγκη από παρακλητικό λόγο και όχι καταγγελτικό, από νηφαλιότητα και ψυχραιμία και όχι από έξαψη των παθών, τα οποία εκφράζονται με οργή και βία που δεν οδηγούν πουθενά αλλά μάλλον εξυπηρετούν άλλες σκοπιμότητες» (Ιερόθεος-Ναυπάκτου).
Και για να μην θεωρηθώ αιθεροβάμων, παραθέτω τη γνώμη ενός αυτοδιοικητικού: «Τονίζω την ανάγκη να καταγραφούν οι μετανάστες, να τους δοθεί ένα στοιχειώδες καθεστώς ανοχής –προσωρινής διαμονής και εργασίας– και σταδιακά να επαναπροωθηθούν στις χώρες τους είτε σε άλλα κράτη της Ε.Ε. Με άλλα λόγια, δε διαφωνώ με όσους υποστηρίζουν ότι η πόλη δεν αντέχει έναν τόσο μεγάλο αριθμό μεταναστών. Αλλά ντρέπομαι για όλους μας, όταν βλέπω ανθρώπους να τρέχουν για να μη συλληφθούν σέρνοντας μπόγους με την παράνομη πραμάτεια τους» (Γ. Μπουτάρης).
Καλή χρονιά σε όλους!
Ελένη Σαμπαζιώτου-Καραμπέτσου
Δασκάλα στο πρόγραμμα του Δήμου Αμαρουσίου «Μαθαίνω Ελληνικά»







































































































