Όταν συνεχίζω στην Πατριάρχου Γρηγορίου και δε στρίβω στη Μυκόνου, απολαμβάνω τη βλάστηση δεξιά αριστερά: πλατάνια, λεύκες, πεύκα, μέχρι και μία συκιά. Το νεράκι που παλιότερα κυλούσε άφθονο στις αμπολές έχει στερέψει. Τα κτίσματα γύρω μου κάθε λογής. Κάθε νοοτροπίας και ύφους. Αρχαιοπρεπή ή μεταμοντέρνα. Παραφορτωμένα ή λιτά. Επί της Πατριάρχου Γρηγορίου, λίγο πριν βγω στο σημείο που αυτή ενώνεται με τη Δεληγιάννη, στο δεξί μου χέρι κοιτάζω με προσοχή το σπίτι του Γιάννη Γαλάτη.
Γράφει η Βασιλική Πιτούλη
Σήμερα, το δρομολόγιό μου ήταν πολύ συγκεκριμένο. Στη διασταύρωση Λεβίδου και Μυρσίνης δε μπόρεσα ν’ αντισταθώ στον πειρασμό να χαιρετήσω εγκάρδια μια ύπαρξη ακίνητη στο ίδιο σημείο χρόνια. Είναι ένα κυπαρίσσι φυτρωμένο σ’ ένα τετραγωνικό μέτρο χώματος, ακριβώς πάνω στη γωνία του πεζοδρομίου. Αυτό το δέντρο θεωρώ ότι για μένα έχει προαχθεί από απλό γνώριμο σε φίλο. Στο βάθος του οικοπέδου διακρίνεται άλλη μια φαμίλια κυπαρισσιών. Είμαι σίγουρη ότι τη νύχτα όλα αυτά τα εξαίσια, ορθόκορμα δέντρα στήνουν κουβέντα μεταξύ τους.
Περπατώντας στη Λεβίδου, χάζευα την πλούσια βλάστηση στα πεζοδρόμια. Νεραντζιές, ροδοδάφνες, ακακίες, καβάκια. Πού και πού, καμία μικρή, αναιμική βερικοκιά.
Κάποια στιγμή έφτασα στη Μουσών, τη διέσχισα και στάθηκα ακριβώς πάνω στο γεφυράκι. Το ρέμα της Πύρνας ήταν στα πόδια μου. Στον πάτο του φυτρώνουν κάτι πλατάνια που την άνοιξη και το καλοκαίρι φιλοξενούν μέσα στις φυλλωσιές τους ολόκληρους λαούς πουλιών. Κι ακούς τιτιβίσματα κάθε λογής, μια χωρίς εισιτήριο ακατάπαυστη συναυλία. Αφού ξεμπέρδεψα με τη Μουσών που πιο πάνω, ανεβαίνοντας γίνεται Κοκκιναρά, συνέχισα στη Λεβίδου. Στο σημείο εκείνο βαδίζοντας δεξιά, συναντά κανείς το Α’ Γυμνάσιο και Λύκειο Κηφισιάς. Ακριβώς απέναντι από το σχολείο, στο οικοδομικό τετράγωνο που ορίζεται από τη Στρατηγού Δαγκλή, Την Κεφαλληνίας, τη Λεβίδου και τη Μουσών, βρίσκεται η πολυκατοικία που μένει ο αδελφός μου.
Τι ήταν εκείνο που έψαχνα; Η μόνη απάντηση που μπορώ σίγουρα να δώσω είναι ότι όλο εκείνο τον καιρό ανίχνευα. Αποφασισμένη και σκεπτική ταυτόχρονα, ιχνηλατούσα. Ήταν σαν να μ’ έσπρωχνε προς τα κει κάτι ακαθόριστο, του οποίου τη φύση και τη μορφή αγνοούσα, ενώ παράλληλα το ένιωθα οικείο και κοντινό. Κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί αίτημα, έκκληση ή αναπότρεπτη υποχρέωση. Ένα πρωτοφανές, αμφίθυμο συναίσθημα που κόντευε να με κάνει λιώμα…
***
Η Βασιλική Πιτούλη, γεννημένη στο Βόλο από Ηπειρώτη πατέρα, είναι πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών και Γαλλικής Φιλολογίας. Έχει διδάξει στη Ριζάρειο Σχολή, στα εκπαιδευτήρια Καργάκου, σε δημόσια ΙΕΚ, στα Τοσίτσεια – Αρσάκεια Λύκεια και έχει αποσπαστεί στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Για τέσσερα χρόνια ήταν υπεύθυνη Σχολικής Βιβλιοθήκης και σήμερα είναι μάχιμη εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Στα 18 της βραβεύτηκε σε διαγωνισμό νεανικής ποίησης που οργάνωσε η εφημερίδα Θεσσαλία. Έχει αρθρογραφήσει σε πολλά έντυπα, και έχει συμπεριληφθεί στη λογοτεχνική εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση (έκδοση 2009). Έργα της είναι: «Και το έρεβος να γίνεται φως» Ποιητική συλλογή Εκδόσεις Δωδώνη 2001, «Η είσπραξη της ημέρας» Συλλογή διηγημάτων Εκδόσεις Δωδώνη 2002, «Να με λες Άννα» Ιστορικό μυθιστόρημα Εμπειρία Εκδοτική 2005, «Διάλογοι περί έρωτος και άλλων δαιμονίων» Εκδόσεις Δωδώνη 2007, «Δείπνο εκ προμελέτης» Μυθιστόρημα Εμπειρία Εκδοτική 2008, «Ους ο Θεός συνέζευξεν» Συλλογή διηγημάτων κοινωνικής πραγματικότητας Εκδόσεις Αμαρυσία 2012. Ζει στην Κηφισιά, και ασχολείται, μεταξύ των άλλων, με παρουσίαση και κριτική βιβλίων.






































































































