Υπουργός: Για πέστε μου, παιδιά. Έχετε κάνει σχέδια για το μελλοντικό σας επάγγελμα;
Πέτρος: Εγώ επιθυμώ να γίνω γιατρός.
Φρόσω: Μου αρέσει η Σχολή Καλών Τεχνών.
Υπουργός: Βλέπω τους περισσότερους σιωπηλούς. Σωστά, είναι νωρίς ακόμα.
Δάφνη: Όχι για μένα, κ. Υπουργέ. Ονειρεύομαι να γίνω πολιτικός, αλλά όπως ήταν ένας σπουδαίος πρωθυπουργός, στη Γαλλία, πριν από τον πόλεμο. Θέλω να βοηθήσω τους εργαζόμενους, να ζήσουν καλύτερα από μας. Όπως εκείνος, θέλω να βλέπω, από το παράθυρό μου, τις Κυριακές, γονείς με τα παιδιά τους, με τα κυριακάτικα ρούχα τους, να πηγαίνουν περίπατο… Χαρούμενους όλους.
Υπουργός (προς τη δασκάλα): Μα ξέρει και για τον Λέοντα Μπλουμ, ένα δωδεκάχρονο παιδί;
Νικηφόρος: Η Δάφνη διαβάζει τα πάντα…
Υπουργός (προς τη Δάφνη): Μπράβο, παιδί μου! Και σου εύχομαι κάθε πρόοδο. Κι εγώ όμως θα ήθελα να βλέπω ωραίες εικόνες της Κυριακής. Αλλά η πολιτική είναι σκληρή, παιδιά. Πρέπει να βρίσκει κάθε τρόπο, που θα φέρει χρήμα στον τόπο. Αυτά προσπαθούμε.
Νικηφόρος: Καταλαβαίνουμε. Αλλά η δασκάλα μας πιστεύει ότι το χρήμα έρχεται δεύτερο. Το κύριο είναι η ψυχή μας. Κουρασμένοι και απογοητευμένοι υπάλληλοι θα κάνουν καλά τη δουλειά τους; Σας παρακαλούμε πολύ, να μη βλέπετε μόνο τα μαγαζιά. Για το καλό όλων! Σκεφτείτε κι εμάς. Δεν έχουμε ανάγκη μόνο από λεφτά. Πρέπει την Κυριακή να έχουμε τους γονείς μας. Είναι υπερβολικό; Είναι βλαβερό, κύριε Υπουργέ;
•••
Τα παιδιά ευχαριστούν. Κοιτάζουν στα μάτια τον Υπουργό. Έχει την ηλικία του πατέρα τους, αλλά όχι το κουρασμένο πρόσωπο και τα απλά ρούχα του.
Ο εκπρόσωπος της νέας κυβέρνησης τους σφίγγει το χέρι συλλογισμένος. Με ένα χαμόγελο. Πικρό χαμόγελο…
Μπορούν τα παιδιά να ελπίζουν;
Αδαμαντία Τριάρχη – Μακρυγιάννη
Συνταξιούχος εκπαιδευτικός




































































































