Η ανάρτησή του εμφανίστηκε ψηλά στο χρονολόγιο μου. Τη διάβασα απνευστί. Δεν ξέρω αν το συναίσθημα που με κατέκλυσε περισσότερο ήταν αυτό της στενοχώριας ή του θυμού. Αν και, μάλλον κλίνω περισσότερο στο δεύτερο.
Η μητέρα του, μια γυναίκα που μεγάλωσε πέντε παιδιά και δεν δυσανασχέτησε ποτέ για το παραμικρό, λυγίζει από αφόρητους πόνους στη μέση. Από την πόλη της Βόρειας Ελλάδας, όπου ζει, αναγκάζεται να μεταφερθεί στο πλησιέστερο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο της ευρύτερης περιοχής. Εκεί, τους υποδέχεται ένας γιατρός, διαλυμένος από την κούραση, καθώς όπως είπε εργαζόταν ήδη 40 ώρες και έπρεπε να διατηρήσει δυνάμεις σε περίπτωση που έρθει κάποιο πιο σοβαρό περιστατικό, όπως πχ ένα τροχαίο.
Με τα πολλά, στέλνει τη γυναίκα για μια απλή ακτινογραφία, χωρίς περαιτέρω αναλυτικές εξετάσεις και, παρά το γεγονός ότι η κοιλιά της έχει τουμπανιάσει επικίνδυνα από το πρήξιμο, διαγιγνώσκοντας τελικά οσφυαλγία, που συστήνει να αντιμετωπιστεί με φαρμακευτική αγωγή. Η επιμονή της οικογένειας φέρνει την εισαγωγή της στο νοσοκομείο, ωστόσο, ουδείς ασχολήθηκε για να ψάξει λίγο περισσότερο. Στις συνεχείς οχλήσεις τους, κάποια στιγμή ένα μέλος του νοσηλευτικού προσωπικού τους είπε «Ήρθατε εδώ για να λύσετε όλα της τα προβλήματα;».
Με τα πολλά, την παίρνουν τη γυναίκα, σε άθλια πια κατάσταση και την πάνε σε ιδιωτική κλινική στη Θεσσαλονίκη. Εκεί υποβάλλεται σε άμεσες εξετάσεις. Τα λευκά αιμοσφαίρια στα ύψη, ο κορεσμός οξυγόνου κάτω από το 90%. Μπαίνει άμεσα σε χειρουργείο όπου διαγιγνώσκεται με γαγγραινώδη χολοκυστίτιδα. Η χοληδόχος κύστη είχε σαπίσει, δημιούργησε νεφρική ανεπάρκεια, ο κίνδυνος σηψαιμίας υψηλότατος. «Χάσαμε 4 μέρες τους είπαν». Νέο χειρουργείο, νοσηλεία στη Μ.Ε.Θ., μάχη για μια ζωή που δεν πρέπει να χαθεί έτσι αναίτια.
Αυτή η ιστορία με πήγε πολλά χρόνια πίσω. Ήταν τέλος Απρίλη, όταν ένας «καθηγηταράς» έχοντας στα χέρια του τις πρώτες εξετάσεις του πατέρα μου, μου έκανε χάρη να μου μιλήσει στα όρθια στο διάδρομο ενός νοσοκομείο και, ενώ φλέρταρε με μια φοιτήτρια, για να μου πει επί λέξη «Κοίτα, ο άνθρωπος δεν θα φτάσει ούτε μέχρι το καλοκαίρι. Δεν είναι ότι μπορούμε να κάνουμε και πολλά. Φέρτον τη Δευτέρα να του κάνουμε εκεί μια θεραπεία, για να πούμε ότι κάτι κάναμε».
Επειδή δεν λυγίσαμε ως οικογένεια από το σοκ κι επειδή – ειδικά όταν πρόκειται για τους δικούς σου ανθρώπους – δεν τα παρατάς με τίποτα, όσο κι αν οι πιθανότητες είναι εναντίον σου, τρέξαμε, ψάξαμε, επανεξετάσαμε, πληρώσαμε όπου χρειάστηκε, κυνηγήσαμε, παλέψαμε. Έχουν περάσει 12 χρόνια από τότε. Ο μπαμπάς όχι απλώς έγινε καλά, αλλά μπόρεσε να δει όλα τα εγγόνια του να μεγαλώνουν, να είναι λειτουργικός, δραστήριος και να ετοιμάζεται να τα υποδεχθεί για ένα ακόμα καλοκαίρι για διακοπές και παιχνίδι.
Ο καθένας από εμάς έχει μια αντίστοιχη ιστορία να αφηγηθεί. Άλλες έχουν αίσιο τέλος, άλλες, δυστυχώς όχι. Και φοβάμαι ότι οι δεύτερες είναι συντριπτική πλειονότητα.
Δυστυχώς, το Εθνικό Σύστημα Υγείας έχει διαλυθεί εντελώς. Όχι, δεν μπορείς να τα βάλεις με ανθρώπους που εργάζονται 40 ώρες σερί για την κόπωση και την εξάντλησή τους, όμως, διάολε, ακόμα και σε αυτές τις συνθήκες, αν πάψουμε να είμαστε άνθρωποι, δεν ξέρω τι τέλος μας περιμένει ως κοινωνία. Γιατί στα νοσοκομεία, μια λάθος απόφαση, είτε από εξάντληση είτε από κυνικότητα, κοστίζει. Και κοστίζει ζωές.
Δεν είναι, βέβαια, ώρες να κινητοποιείται ο κοινωνικός αυτοματισμός για να τα βάλουμε με τους γιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό, που έχουν φτάσει στα όρια της ψυχοσωματικής διάλυσης. Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ είναι ότι μόνος του δεν μπορεί να μείνει κανένας. Αν συνεχίσουμε να αποδεχόμαστε τη μοίρα που έχουν άλλοι αποφασίσει για εμάς, τα πράγματα θα γίνουν ακόμα χειρότερα.
Χωρίς διεκδίκηση, δεν υπάρχει γυρισμός. Και μπορεί να αντέξουμε να χάνουμε δουλειές, σπίτια, περιουσίες, αλλά ανθρώπους δεν αντέχει κανένας μας να χάνουμε…









































































































