Σε μια εποχή όπου η σχολική θεατρική δραστηριότητα συχνά περιορίζεται σε «εύκολες» επιλογές και παιδικά έργα, η θεατρολόγος του 1ου Γυμνασίου Πεύκης Μαρία Μαρή, (τακτική συνεργάτις της ΑΜΑΡΥΣΙΑΣ επί σειρά ετών) επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο. Με μαθητές που ανεβαίνουν στη σκηνή όχι για να αναπαραστήσουν απλώς ρόλους, αλλά για να έρθουν σε επαφή με σύνθετα, απαιτητικά και συχνά παράλογα κείμενα, η ίδια στήνει κάθε χρόνο ένα μικρό φεστιβάλ θεάτρου μέσα στο σχολείο.
Από τα έργα του Ισπανού σουρεαλιστή Αραμπάλ έως τη σκοτεινή δραματουργία της Λούλας Αναγνωστάκη και τη σατιρική οξυδέρκεια του Μποστ, οι μαθητές καλούνται να βγουν από την «ασφάλεια» της καθημερινής τους γλώσσας και να δοκιμαστούν σε κόσμους που απαιτούν σκέψη, ερμηνεία και συνεργασία.
Η Μαρία Μαρή περιγράφει στην ΑΜΑΡΥΣΙΑ αυτή τη διαδικασία όχι ως απλή διδασκαλία θεάτρου, αλλά ως άσκηση πνευματικής εγρήγορσης: μια προσπάθεια να απομακρυνθούν οι μαθητές από τις οθόνες, να συναντήσουν δύσκολα κείμενα και να τα μεταφράσουν σε ζωντανή σκηνική εμπειρία. Μέσα από τη «Φαύστα» και την «Πόλη», το σχολικό θέατρο μετατρέπεται σε χώρο δοκιμής, αντίστασης και δημιουργικής υπέρβασης.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΛΥΔΙΑ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ
Γιατί επιλέξατε τη «Φαύστα» του Μποστ για σχολική παράσταση;
Δεν είναι ακριβώς σχολική παράσταση. Είναι μια θεατρική ομάδα που έχουμε κάθε χρόνο στο σχολείο μας. Δεν ανεβάζω παιδικά έργα, αλλά έργα μεγάλων, αυτά που είναι για ενήλικες. Φροντίζω βέβαια να μπορούν τα παιδιά να το παίξουν.
Παίξαμε 2 Παρασκευές και το ονομάσαμε Φεστιβάλ Θεάτρου. Παίξαμε στις 15 Μαΐου δύο έργα του Αραμπάλ. Το ένα ήταν το «Μια χελώνα επονομαζόμενη Ντοστογιέφσκι», και το άλλο ήταν το «Κλωντέλ και Κάφκα».
Ο Αραμπάλ είναι ένας συγγραφέας ο οποίος αγαπάει πολύ τον λόγο, οπότε τα παιδιά καλούνταν να μάθουν πολλά λόγια, να παραστήσουν, να ερμηνεύσουν λόγια, και έτσι το «Κλωντέλ και Κάφκα», που έχει πιο πολλά να μάθουν, το έκαναν μέσα από αναλόγιο. Όλο αυτό ήταν μια άσκηση για τα παιδιά να μάθουν να διαβάζουν, να απομακρυνθούν από τις οθόνες και να δουν πώς είναι να διαβάζουν και να έρχονται σε επαφή με σπουδαία κείμενα. Σήμερα, παίξαμε μια σκηνή από την «Πόλη» της Λούλας Αναγνωστάκη και μετά παίξαμε τη «Φαύστα» του Μποστ.
Τι δυσκολίες έχει ένα τόσο ιδιαίτερο κείμενο με μαθητές;
Έχει τεράστιες δυσκολίες, διότι καταρχάς τα παιδιά πρέπει να καταλάβουν. Μου λένε «Κυρία, όλα τα όλα τα έργα που παίζουμε είναι παράλογα». «Ακριβώς αυτό λέω παιδιά, είναι το παράλογο, θα παίξουμε το παράλογο και το ακραίο». Γιατί όλα αυτά τα έργα, άμα το ψάξεις, θα δεις ότι αποσκοπούν στην ενεργοποίηση του παιδιού, να κάνει μια άλλη σκέψη. Η «Πόλη» αφορά κυρίως ανθρώπους που έχουν κάποιες ιστορικές μνήμες, κάποιο βαρύ παρελθόν. Η «Φαύστα» του Μποστ, είναι ένα σπουδαίο έργο.
Έχει σατιρικό ύφος.
Ναι, η «Φαύστα» έχει σατιρικό ύφος, γιατί κοροϊδεύει όλη την αστική τάξη. Η «Φαύστα», ας πούμε, είναι αυτή η οποία χάνει το παιδάκι της, ένα τετράχρονο και ωραίο κοριτσάκι και λέει στον άντρα της «Δεν πειράζει, δεν πειράζει, Γιάννη μου, το δύσκολο είναι να βρεις έναν άλλο σύζυγο, όχι να έχεις ένα παιδάκι». Κλαίει και θρηνεί τον Καραΐσκο ενώ η ίδια δεν έχει κλάψει ποτέ για το παιδί της. Βέβαια, θα το ξαναβρεί και θα έχει μεγάλη χαρά, αλλά της το τρώνε οι γάτες.
Πώς βοηθήσατε τα παιδιά να καταλάβουν το σατιρικό ύφος του έργου;
Πολύ δύσκολα, γιατί, ε, προσπάθησα να τους δείξω ότι πίσω από αυτό υπάρχει μια αστική υποκρισία, ε, ρηχά αισθήματα, ε, και… προσπά… τους δυσκόλεψε πάρα πολύ η γλώσσα του Μποστ και όλας, γιατί έχει… είναι έτσι ανορθόγραφη και αυτά. Αλλά αυτό είναι, και αυτό είναι πολύ ωραίο, γιατί αυτό είναι πλήγμα ας πούμε στην…. στον καθωσπρεπισμό και σε… σε αυτή την υψηλή γλώσσα. Και τα παιδιά προσπάθησαν να την αναπαραστήσουν με έναν τρόπο δικό τους.
Ήταν δύσκολο να «μεταφραστεί» η υπερβολή του Μποστ στη σκηνή;
Ήταν δύσκολο για τα παιδιά γιατί, ας πούμε, ένας μεγάλος σκηνοθέτης έχει άλλη αρτιότητα και άλλο υλικό μπροστά του. Εμείς έχουμε παιδιά τα οποία ναι μεν συνεργάζονται, αλλά πολλές φορές μπορεί, για παράδειγμα, κάποιος να λείψει από μια πρόβα γιατί έχει ένα πάρτι, ή μια άλλη υποχρέωση.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη σκηνοθεσία;
Ήταν να μπορέσουν τα παιδιά να κατανοήσουν το λόγο και να τον ερμηνεύσουν. Να μην τον αδειάσουν, να μην τον πετάξουν έξω, να μην τους καταπιεί ο λόγος και να μην τον παραμορφώσουν. Στον Αραμπάλ δεν ήταν τόσο εύκολο. Κάποια στιγμή δυστυχώς δεν το αποφύγαμε.
Τι θεωρείτε ότι κερδίζουν οι μαθητές από αυτή τη διαδικασία;
Οι μαθητές κερδίζουν την εμπειρία της συνεργασίας, την επαφή με το κείμενο, το διάβασμα. Δηλαδή, το ότι βγαίνουν από μια οθόνη και διαβάζουν κάτι, και μάλιστα τόσο υψηλό, είναι ήδη κέρδος. Κάνω μεγάλη προσπάθεια, όταν κάνουμε πρόβα, να απομακρυνθούν από τα κινητά. Είναι σαν να ζητάω κάτι το εξωφρενικό, κάτι εξωπραγματικό. Νιώθουν ότι κάνουν φοβερή παραχώρηση.
Αν μπορούσατε να περιγράψετε την παράσταση με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν;
Δυσκολία, επιμονή και γοητεία.
Γιατί επιλέξατε να συνδυάσετε τον Μποστ με τη σκηνή από τη Λούλα Αναγνωστάκη;
Είχαμε παίξει στη γιορτή του σχολείου για την 17η Νοέμβρη, το άλλο μέρος της «Πόλης», που ήταν η «Παρέλαση». Σε αυτό το μέρος της «Πόλης» ήταν δύο παιδιά που βλέπουν μια πολύ δυστοπική σκηνή, με ένα κάρο ανθρώπους και σκυλιά που έδενε πολύ ωραία με τη Χούντα και την 17η Νοέμβρη. Σε αυτό το σημείο να σας πω ότι αγαπώ πολύ τη Λούλα Αναγνωστάκη.
Είναι πολύ πιο σκοτεινή από τη «Φαύστα».
Η «Πόλη» είναι πολύ σκοτεινή και δεν υπάρχει και κάθαρση στη Λούλα Αναγνωστάκη, την οποία είχα γνωρίσει πριν πεθάνει, στο σπίτι της. Ήταν σπουδαία.







































































































