Οι επιπτώσεις
Παρακάμπτοντας, λόγω έλλειψης… χώρου, τις δυσμενείς οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις του ρουσφετιού, θα αναφερθούμε μόνο στις ατομικές ψυχοπαθολογικές επιπτώσεις.
Ο ρουσφετολογικός τρόπος σκέψης και δράσης εμποδίζει τη συνείδηση του ατόμου ν’ ανοίξει και να χειραφετηθεί έναντι του συνόλου, ακρωτηριάζοντας ταυτόχρονα την ευθύνη και το αίσθημα δικαίου και ως συνέπεια αυτού συντελεί στη διαμόρφωση ατόμων με ήθος πονηρό, πλάγιο και δουλοπρεπές.
Πιο αναλυτικά όταν για παράδειγμα ένα άτομο μπαίνει σε μια δημόσια υπηρεσία από το «παράθυρο», ο τρόπος πρόσληψης (σχέση με ισχυρό πρόσωπο) καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τη μετέπειτα εργασιακή του συμπεριφορά. Το συγκεκριμένο άτομο συνήθως αποφασίζει συνειδητά ή ασυνείδητα σε προσωπικό -και όχι υπηρεσιακό- επίπεδο να θέσει τον εαυτό του «υπό τας διαταγάς» κάποιου άλλου ισχυρού προσώπου και αυτό το κάνει γιατί τρέφει την ελπίδα ότι με την απόλυτη υπακοή και την κολακεία θα εξασφαλίσει για τον εαυτό του κάποια προνόμια. Ταυτόχρονα όμως η ταπεινωτική πολλές φορές υπακοή του εργαζόμενου, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται και από αισθήματα κατωτερότητας, έχει σαν συνέπεια να δημιουργούνται σ’ αυτόν αισθήματα εχθρότητας, που δεν εκφράζονται βεβαίως ανοικτά και πολλές φορές δεν συνειδητοποιούνται, αλλά απωθούνται διαρκώς. Εν τούτοις η απώθηση της εχθρότητας απλώς τη μεταθέτει από τη συνειδητή γνώση, χωρίς όμως και να την εξαλείφει. Επιπλέον η εχθρότητα που δεν εξωτερικεύεται άμεσα, διογκώνεται συνεχώς και διαποτίζει ολόκληρη την προσωπικότητα του ατόμου επηρεάζοντας αρνητικά τις σχέσεις του με τον εαυτό του και τους άλλους. Η συσσωρευμένη εχθρότητα εκφράζεται με αισθήματα καχυποψίας προς τους ανώτερους και μηδενικής ανοχής προς τους κατώτερους, ως και με συναισθήματα φθόνου και μνησικακίας προς αυτούς που τα καταφέρνουν καλύτερα. Πολλές φορές η εχθρότητα και οι εκφράσεις της, ως αποτέλεσμα μιας ετεροκαθοριζόμενης συνείδησης, μιας ψευδοσυνείδησης που αναιρεί το εγώ του ατόμου, συγκαλύπτεται από την έννοια του «καθήκοντος». Η πρόταξη του καθήκοντος αυτής της μορφής δεν έχει καμιά σχέση με την αίσθηση καθήκοντος που προέρχεται από μια αυθεντική συνειδητότητα, που ενυπάρχει σε μια ώριμη προσωπικότητα.
Η επίδραση που ασκεί το ισχυρό πρόσωπο, το οποίο μπορεί να έχει μπει και αυτό από το «παράθυρο» στο άτομο, είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο αυξάνεται ο βαθμός κατά τον οποίο η συμπεριφορά του και τα «δώρα» του, ανταποκρίνονται στις φυσικές ανάγκες του τελευταίου, όπως αυτές προσδιορίζονται από τον χαρακτήρα του. Με άλλα λόγια μόνο αν οι προσδοκίες του εργαζόμενου από τον κυρίαρχο ανταποκρίνονται σε ισχυρές ψυχολογικές ανάγκες του, προσκολλάται εντονότερα σ’ αυτόν.
Στη σχέση εξάρτησης του ισχυρού προσώπου με τους «υπηκόους» του, στο πεδίο του ρουσφετολογικού μηχανισμού, παρατηρούμε τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
Ο «υπήκοος» συνήθως επιθυμεί καθοδήγηση και προστασία. Η ένταση της σχέσης του με το ισχυρό πρόσωπο είναι αντιστρόφως ανάλογη με την ικανότητά τους να εκφράσει αυθόρμητα τις πνευματικές, συναισθηματικές και αισθησιακές του δυνατότητες. Δηλαδή η έλλειψη αυθορμητισμού, που ίσως είναι η άλλη όψη του συντηρητισμού, στην έκφραση των συγκεκριμένων αναγκών, αυξάνει τον βαθμό εξάρτησης από τον πάτρωνά του. Οι «υπήκοοι» ελπίζουν πως θα αποκτήσουν τα προνόμια (προαγωγές, αυξήσεις μισθού, bonus, πολυτελή γραφεία κ.τ.λ.) που προσδοκούν, στηριζόμενοι περισσότερο στη βοήθεια του ισχυρού προσώπου παρά στην εργασιακή τους ικανότητα, με συνέπεια το κέντρο της ζωής τους, ανάλογα με το μέγεθος των επενδυόμενων ελπίδων τους, να μετατίθεται από το άτομό τους σ’ αυτόν. Το πρόβλημα το οποίο ανακύπτει στην περίπτωση αυτή είναι ότι αντί ο υπάλληλος να ενδιαφέρεται για την καλύτερη εκτέλεση των καθηκόντων του και ειδικότερα στην περίπτωση απασχόλησής του στον δημόσιο τομέα, για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, έχει ως βασικό του στόχο να εντυπωσιάσει και να ευχαριστήσει το ισχυρό πρόσωπο, σκεφτόμενος πριν απ’ αυτόν γι’ αυτόν με τον τρόπο σκέψης του τελευταίου. Έτσι οι εργασιακές σχέσεις από σχέσεις κοινωνικές, μετατρέπονται σε προσωπικές, διαστρεβλώνοντας την έννοια της επιχείρησης και κυρίως της δημόσιας ως συλλογικής οντότητας.
Ο «υπήκοος» είναι υποχρεωμένος να περνά καθημερινά τις «συμπληγάδες» των προσδοκώμενων ωφελειών και της κατάπνιξης των φυσιολογικών αντιδράσεων του ώριμου τμήματος της προσωπικότητάς του. Η συγκεκριμένη κατάσταση του εξαρτημένου υπαλλήλου μοιάζει αρκετά με καταστάσεις στο χώρο της ψυχοπαθολογίας, που ερμηνεύονται μέσω των εννοιών των αμυντικών μηχανισμών (άρνηση, απώθηση, προβολή, μετάθεση), οι οποίοι αποτελούν τη βάση κάθε ψυχοπαθολογίας, διότι καταναλίσκουν ενέργεια και καθηλώνουν μονίμως ψυχικό δυναμικό για τη συντήρησή τους.



































































































