Το ερέθισμα για τη συγγραφή του παρόντος άρθρου μού το έδωσε κάποια γνωστή μου κυρία, η οποία μου είπε ότι στενός της συγγενής, καθηγητής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, μέσω διαδικασιών προσωπικής εκδούλευσης (βλέπε ρουσφέτι), αποσπάσθηκε από παραμεθόριο περιοχή στην κεντρική υπηρεσία του υπουργείου Παιδείας στην Αθήνα.
Του Δημήτρη Σουλιώτη
Την ίδια εποχή στην εφημερίδα «ΗΜΕΡΗΣΙΑ» της 20 – 21.8.2011 σε άρθρο με τον τίτλο «Κλείνει ο κύκλος των… χαμένων (και αποσπασμένων) εκπαιδευτικών», εκτός των ποσοτικών στοιχείων που αποδεικνύουν τη μεγάλη μείωση του αριθμού των αποσπάσεων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: «Σημειώνεται ότι με απόφαση του υπουργείου Παιδείας, οι αποσπάσεις εκπαιδευτικών έγιναν για πρώτη φορά φέτος με μοριοδότηση -κατά τα πρότυπα δηλαδή, των μεταθέσεων- και βάσει αυστηρών κριτηρίων, προκειμένου να σταματήσει το ‘’όργιο’’ ρουσφετιού, που γινόταν εδώ και δεκαετίες…».
Επειδή δεν αμφισβητώ την πολιτική βούληση του πρωθυπουργού και της υπουργού Παιδείας να κτυπηθεί το ρουσφέτι, τελικά τι από τα δύο συμβαίνει; Οι αρμόδιοι υπάλληλοι του υπουργείου Παιδείας διατηρούν ακόμα ανοικτά κάποια «παράθυρα» προσωπικών εκδουλεύσεων, ή απλώς ο «μεσάζων» της κυρίας την παραπλάνησε ότι αυτός «καθάρισε», ενώ η διαδικασία απόσπασης του γνωστού της καθηγητή ήταν σύμφωνη με τους καθορισμένους κανόνες;
Είναι γνωστό ότι τα προνόμια -σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο- των διάφορων συντεχνιών εις βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας, εξασφαλίστηκαν μέσω πελατειακών σχέσεων (βλέπε ρουσφέτι). Η ιστορία του ελληνικού δημόσιου τομέα -στενού και ευρύτερου- ταυτίζεται με την ιστορία του ελληνικού κράτους και μεγάλο μέρος αυτής της ιστορίας έχει σχέση με τη σύσταση και λειτουργία ρουσφετολογικών μηχανισμών.
Ένας τέτοιος ρουσφετολογικός μηχανισμός λειτουργεί στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας και μέσω αυτού οι μισοί και πλέον έλληνες στρατιώτες με τη βοήθεια διαμεσολαβούντων πολιτικών και στρατιωτικών, αποφεύγουν τα σύνορα και «λουφάρουν» σε 260 στρατόπεδα υποστήριξης, που βρίσκονται διάσπαρτα στην ενδοχώρα. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω παρεμβάσεων στα διάφορα στάδια από τη στρατολόγηση μέχρι την απόλυση του κληρωτού. Οι εκδουλεύσεις αυτές περιλαμβάνουν την κατάταξη του κληρωτού στους «ευγενείς» κλάδους της Αεροπορίας και του Ναυτικού και αν αυτό δεν είναι δυνατόν την «εσωτερική μετακίνηση» από τα «βάρβαρα» Όπλα του Πεζικού και των Τεθωρακισμένων, στα «light» της Αεροπορίας Στρατού, του Υλικού Πολέμου, του Ταχυδρομικού, της Στρατονομίας και τέλος τον προγραμματισμό της ειδικότητάς του και βάσει αυτής την τοποθέτησή του σε μονάδα, που βρίσκεται στα…σύνορα με το σπίτι του.
Ο υπουργός Άμυνας Π. Μπεγλίτης δήλωσε ότι είναι αποφασισμένος να προχωρήσει στη διάλυση του υφιστάμενου ρουσφετολογικού μηχανισμού της «λούφας και παραλλαγής» («πρώτα θα κλείσω τα “παράθυρα” και τις “κρυψώνες” της θητείας και μετά θα αποφασίσουμε για τη διάρκειά της»). Είναι άραγε, κύριε υπουργέ μου, τόσο εύκολο;
Είναι γεγονός ότι η παρούσα κυβέρνηση υπό το άγρυπνο βλέμμα της τρόικας, έχει κάνει σημαντικές προσπάθειες βελτίωσης της κατάστασης στο συγκεκριμένο τομέα (ένταξη όλων των προσλήψεων στο ΑΣΕΠ, ακόμη και εκείνων μέσω των ΜΚΟ, επιλογή προϊσταμένων του δημόσιου τομέα μέσω του ΕΙ.Σ.Ε.Π. κ.τ.λ.). Εν τούτοις επειδή το θέμα αγγίζει ευαίσθητες χορδές των ελλήνων που έχουν σχέση με το εθνικό μας DNA, θεωρώ ότι πρέπει να αναλυθεί σε μεγαλύτερο βάθος.
Τα αίτια
Σύμφωνα με τη Γενική Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια «ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ» το ρουσφέτι ή ροσφέτι (τουρκ. rusvet) είναι κυβερνητική παροχή προς φίλο κρατούντος κόμματος, ενώ σύμφωνα με την ευρύτερη ερμηνεία του Λεξικού της νέας ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, πρόκειται για χαριστική παροχή εκ μέρους υπουργών ή βουλευτών σε κομματικούς οπαδούς, φίλους ή γνωστούς.
Στο σημείο αυτό ανακύπτει το πρώτο βασικό ερώτημα: Γιατί ο ελληνικός λαός είναι περισσότερο ευεπίφορος στο ρουσφέτι, από τους αναπτυγμένους λαούς της Δύσης;
Παρακάμπτοντας τις ιστορικές συνιστώσες (Τουρκοκρατία, Διαφωτισμός, Αναγέννηση, δοτό κράτος κ.τ.λ.), θα επικεντρωθούμε σε κοινωνιολογικο – ψυχολογικές αιτίες.
Σύμφωνα με το γνωστό έλληνα φιλόσοφο Στ. Ράμφο οι έλληνες είμαστε λαός ιδιοφυής χωρίς κοινό νου, αλλά χωρίς κοινό νου η ιδιοφυΐα είναι καταστροφική (ξέρεις ποιος είμαι εγώ;, και ποιος είσαι εσύ;, όλοι να βολευτούμε κ.τ.λ.). Επίσης είμαστε λαός συναισθηματικός, αλλά η περίσσεια συναισθήματος πνίγει τη λογική, την κρίση και την αναλυτική σκέψη. Ο έλληνας δεν ζει σύμφωνα με τον κόπο του (λόγος), αλλά σύμφωνα με την επιθυμία του (αίσθημα) και επιπλέον αντί να στερεώνεται στην εσωτερική βεβαίωση – αυτογνωσία, στερεώνεται και αποκτά αξία με την τιμή και την αναγνώριση της κοινότητας. Ο εξωτερικός – ομαδικός χαρακτήρας της καταξίωσης ορίζει και τον τύπο της ατομικής ψυχής. Όταν όμως σκοπός της ζωής του ατόμου γίνεται η εξωτερική επιβεβαίωση και αυτός ο σκοπός υπάρχει ως νευρωτικό ή και ψυχωσικό αίτημα, τότε αυτό το άτομο είναι ικανό για τα πιο απίθανα πράγματα, αν θεωρήσει ότι με πονηριά ή έμμεσο εκβιασμό (βλέπε ρουσφέτι) ικανοποιεί τις επιδιώξεις του.
Ο ατομισμός της εξωτερικής βεβαίωσης μειονεκτεί έναντι του νεώτερου ατομισμού της αυτοσυνειδησίας και της εσωτερικότητας, διότι παρεμποδίζει την εγγενή τάση κάθε ατομισμού προς τη καθολικότητα, όθεν και ο ακραία παθολογικός του χαρακτήρας. Η απουσία καθολικότητας κάνει τον ελληνικό ατομικισμό πνιγηρό και αντικοινωνικό έως αυτοκαταστροφικό. Ο παθολογικός και αντικοινωνικός ατομισμός της εξωτερικής βεβαίωσης επιτυγχάνει τους στόχους του κυρίως μέσω των πελατειακών σχέσεων και του ρουσφετιού.
Μεταφέροντας την ανάλυση στο ψυχο – βιολογικό πεδίο και δανειζόμενοι από την επιστήμη της βιολογίας την έννοια της εξελικτικά σταθερής στρατηγικής (Richard Dawkins, Το εγωιστικό γονίδιο), θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η εξελικτικά σταθερή στρατηγική που έχει επικρατήσει πλήρως στην Ελλάδα, είναι εκείνη του «όλα για πάρτη μου». Υποστηρίζοντας ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των ελλήνων εφαρμόζει τη στρατηγική του «όλα για πάρτη μου», εννοούμε απλά την μη εφαρμογή απ’ αυτούς των νόμων της πολιτείας και το μη σεβασμό των δικαιωμάτων των συμπολιτών τους. Το βαρύ όπλο αυτής της ελληνικής στρατηγικής είναι το ρουσφέτι.
Η ελληνική κοινωνία σε μεγάλο βαθμό αποτελεί ένα σύνολο συντεχνιών και επιπλέον η πλειοψηφία των ελλήνων συνδέεται με διάφορες μορφές δεσμών με το κράτος. Η συντεχνία κατανοεί τον εαυτό της στην αλληλεγγύη των μελών της και την αντιπαλότητα προς τους εκτός αυτής (ο «δικός μας» έχει πάντα δίκιο). Το ρουσφέτι είναι σε μεγάλο βαθμό το μέσον για την ένταξη και την εξέλιξη των μελών της συντεχνίας.




































































































