Αν το ισχυρό πρόσωπο δεν ανταποκριθεί στις προσδοκίες του «υπηκόου» του, εκτός από το συναίσθημα της πίκρας για την υποδούλωσή του που αισθάνεται ο τελευταίος, εκδηλώνονται ταυτόχρονα αδιάκοπες εσωτερικές συγκρούσεις. Αυτές οι συγκρούσεις είναι δυνατόν να οδηγήσουν τελικά στη διάρρηξη της σχέσης, που συνήθως ακολουθείται από την εκλογή ενός άλλου προσώπου – σωτήρα προς υποταγή και έτσι αρχίζει νέος κύκλος προσδοκιών, ελπίδων και απογοητεύσεων. Πολλές φορές ο «υπήκοος» υφιστάμενος δεν αναγνωρίζει το γεγονός ότι η αποτυχία του δεν οφείλεται στο γεγονός ότι δεν έχει «ποντάρει στο καλό άλογο», αλλά στο ότι επιχείρησε με πλάγια μέσα να επιτύχει στόχους σταδιοδρομίας, που θα μπορούσε να πραγματοποιήσει με τη δική του αυτόνομη δραστηριότητα. Στην δεύτερη άλλωστε περίπτωση ακόμη και αν δεν τα κατάφερνε θα είχε την ικανοποίηση ότι έπραξε το καθήκον του χωρίς να «ξεπουλήσει» το ήθος του και την αξιοπρέπειά του.
Τέλος πιστεύω ότι εκτός από τη μάχη στο οικονομικό πεδίο, διεξάγεται αυτή την εποχή στην πατρίδα μας και μια άλλη σπουδαιότερη κατά την εκτίμησή μου μάχη, στο ηθικό πεδίο. Και σ’ αυτή τη μάχη το ρουσφέτι είναι ο μεγάλος εχθρός. Τελικά τι θα γίνει; Ποιος θα επικρατήσει σ’ αυτή τη μάχη που μαίνεται από την εποχή του Καποδίστρια; Ο πρωθυπουργός, η υπουργός Παιδείας, ο υπουργός Άμυνας και οι λοιποί δυτικόφιλοι, εκσυγχρονιστές πολιτικοί μας όλων των πολιτικών αποχρώσεων, ή το βαθύ ΠΑΣΟΚ, η λαϊκή Δεξιά, η καθυστερημένη Αριστερά, οι συντεχνίες και γενικά οι έλληνες «μάγκες» πάσης μορφής και φύσεως;
Και τι θα γίνει αν στα πράγματα έλθει και πάλι η συντηρητική παράταξη, για την οποία το ρουσφέτι αποτελεί μέρος της υπαρξιακής της υπόστασης;
Εδώ θα είμαστε για να αξιολογήσουμε μελλοντικά την έκβαση της μάχης…



































































































