Η Παγκόσμια Ημέρα Αποταμίευσης θεσπίστηκε πριν από έναν αιώνα και, συγκεκριμένα, στις 31 Οκτωβρίου 1924, κατά τη διάρκεια του 1ου Διεθνούς Συνέδριου Ταμιευτηρίων, που πραγματοποιήθηκε στο Μιλάνο.
Η ιδέα ήταν απλή. Η εφαρμογή μιας κουλτούρας αποταμίευσης, για την επίτευξη ενός καλύτερου βιοτικού επιπέδου και η δημιουργία ενός ικανού αποθεματικού για την αντιμετώπιση κρίσιμων, έκτακτων αναγκών.
Ως ιδέα, η έννοια της αποταμίευσης ποτέ δεν ήταν κακή. Αντίθετα, είχε πάντα μια όμορφη ίντριγκα. Όλοι μας μεγαλώσαμε με τους κουμπαράδες μας, τους οποίους γεμίζαμε με τα χαρτζιλίκια από τους παππούδες – κρυφά ή φανερά – τις «εισπράξεις» από τα κάλαντα, τις «έκτακτες επιχορηγήσεις» από τους γονείς, τα κέρματα από τα ρέστα και όποιον άλλο τρόπο σκεφτόμασταν για να γεμίζουν τα πήλινα ή τσίγκινα «γουρουνάκια» μας.
Παρεμπιπτόντως, για όσους δεν το γνωρίζουν, η επιλογή του συμπαθούς ζώου για τον συμβολισμό του κουμπαρά προέρχεται από μία ηχητική… παρανόηση, που έχει βάση σχεδόν έξι αιώνες πριν. Συγκεκριμένα, στην Αγγλία, κάπου στα μέσα του 15ου αιώνα, οι χωρικοί χρησιμοποιούσαν πήλινα δοχεία για να κρύβουν εκεί τα νομίσματά τους. Αυτός ο ιδιόχρωμος πηλός που χρησιμοποιούταν για την κατασκευή αυτών των δοχείων ονομαζόταν «pygg». Με την πάροδο του χρόνου, τα δοχεία (σ.σ. «pygg jars») άρχισαν να γίνονται αντικείμενο εμπορίου, με συνέπεια σε κάποιο σημείο της ιστορίας κάποιοι τεχνίτες να το μπερδέψουν με το ομόηχο «pig» και να πιστέψουν ότι οι πελάτες ζητούσαν δοχεία σε σχήμα γουρουνιού!
Πίσω στα δικά μας, θυμάμαι ακόμα την διαφημιστική καμπάνια του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’90, που καλούσε τον κόσμο να υιοθετήσει προγράμματα αποταμίευσης.
Δεν θα κρύψω πως, ανά τα χρόνια, σε προσωπικό επίπεδο ακολουθούσα διαφορετικά μοντέλα αποταμίευσης. Ίσως να το πήρα και από το «λάδι» που μου έβαλε ο νονός μου, ένας αρχοντάνθρωπος, δουλευταράς, όσο δεν πάει, ο οποίος δεν στερήθηκε ποτέ τις μικρές απολαύσεις που ο ίδιος επιθυμούσε για τον εαυτό του. Μου έλεγε, λοιπόν, ότι «θα δουλεύεις, δεν θα είσαι τεμπέλης. Και από τα 100 που θα βγάζεις, φάε τα 99, όπως θέλεις και μη δίνεις λογαριασμό σε κανέναν. Αλλά, το ένα θα το κρατάς στην άκρη και δεν θα το πειράζεις». Εντάξει, τη δεκαετία του ’80 οι άνθρωποι τα έλεγαν κάπως πιο χοντροκομμένα, αλλά το νόημα νομίζω είναι ξεκάθαρο.
Κατά καιρούς έχω εφαρμόσει διάφορα μοντέλα αποταμίευσης. Αυτόματο διαχωρισμό συγκεκριμένου ποσού με την καταβολή του μισθού, ξεχωριστό κουμπαρά για τα κέρματα έως 50 λεπτών, άλλο κουμπαρά για τα μονόευρα και δίευρα, άλλο κουμπαρά για να βάζω ένα ευρώ τη μέρα, κουμπαράς-ημερολόγιο με συγκεκριμένο οικονομικό στόχο σε ορισμένο χρονοδιάγραμμα. Τα ποσά που μαζεύτηκαν άλλοτε έγιναν μεγάλες αγορές, κάποιες φορές έγιναν ταξίδια, άλλοτε χρηματοδότησαν κάποια έκτακτη ανάγκη, τις περισσότερες φορές, ωστόσο, ήρθαν να καλύψουν απώλειες εισοδήματος που έρχονταν από το πουθενά. Τα έξοδα της γέννας του παιδιού μας, που ήρθε σε μια εποχή που και οι δυο μας ήμασταν άνεργοι, καλύφθηκαν από το ξεχωριστό «γουρουνάκι» που είχαμε με το κορίτσι μου από τον καιρό που δουλεύαμε και οι δύο και βάζαμε από 10 ευρώ κάθε Κυριακή. Και άλλες πολλές ιστορίες…
Όλα αυτά, ωστόσο, ανήκουν σε μια άλλη σφαίρα. Εδώ και χρόνια, η έννοια της αποταμίευσης είναι μια άγνωστη, μακρινή λέξη για τα ελληνικά νοικοκυριά. Τα εισοδήματα έχουν συρρικνωθεί σε επίπεδα πολύ κάτω του 2010, ενώ η ενεργειακή και στεγαστική κρίση των τελευταίων ετών έχει φέρει την κοινωνία στο όριο όχι απλά της επιβίωσης, αλλά της εξαθλίωσης.
Οι πλασματικές αυξήσεις στους μισθούς έρχονται να ποδοπατηθούν από τις αυξήσεις στα αγαθά πρώτης ανάγκης και στο τέλος του μήνα όλοι μετρούν τι θα αφήσουν απλήρωτο για να καλυφθεί τον επόμενο ή… κάποια άλλη μέρα. Την ίδια ώρα, οι καταθέσεις ελαχιστοποιούνται, αφού πλέον το ισοζύγιο στα νοικοκυριά είναι σε συντριπτικό ποσοστό αρνητικό. Πρόσφατα ένας φίλος μου είπε πως αναγκάστηκε να βάλει χέρι στους κουμπαράδες των παιδιών για να καλύψει τη διαφορά στο νοίκι. Και το χειρότερο όλων είναι ότι, ενώ σε άλλες εποχές αυτό θα ήταν συντριβή για το γονιό, σήμερα είναι μια κανονικότητα. Έχουμε αποδεχθεί ότι έτσι είναι τα πράγματα.
Η γενιά μου θα μείνει στην Ιστορία ως η γενιά που χάθηκε στον αγώνα να πληρώνει φόρους, υποχρεώσεις και ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών. Δεν θα αφήσουμε τίποτα στα παιδιά μας, παρά μόνο ιστορίες εποχών που κι εμείς πια ξεχάσαμε ότι τις ζήσαμε.
Δεν ξέρω αν οι επόμενες γενιές ανακτήσουν συνήθειες, όπως αυτή της αποταμίευσης. Το μόνο σίγουρο είναι ότι, σε αντίθεση με εμάς, που όποτε χρειάστηκε, είχαμε αποκούμπι να τρέξουμε στους γονείς μας σε μια ώρα ανάγκης, δεν μπορούμε να το προσφέρουμε αυτό στα παιδιά μας.
Και αυτό, για κάποιους από εμάς, είναι ένα ακόμα καρφί στην ύπαρξή μας…






































































































